|
Περικλής Γιαννόπουλος
Ήταν ίσως η πρώτη βροχή του Φθινοπώρου. Μετά από ένα αρκετά ζεστό καλοκαίρι χωρίς ούτε στάλα βροχής και το εκτυφλωτικό φως του ήλιου του Αττικού, ήρθε η βροχή με μια αλλαγή του σκηνικού σχεδόν τρομακτική, όπως είναι το ταξίδι από τον ήλιο στο σκοτάδι. Μια ημέρα θανάτου συγκρινόμενη με την χθεσινή που ήταν λουσμένη στο φως. Βγαίνοντας το πρωί στο μπαλκόνι σε κάποιο δυτικό προάστιο της Αθήνας, αντικρίζοντας τα μαύρα σύννεφα που είχαν σκεπάσει την Πεντέλη και τον Υμηττό, ένιωσα συντετριμμένη. Έκατσα αμήχανα σε μια από τις καρέκλες έχοντας στραμμένο το βλέμμα προς τις σκοτεινές πλαγιές της Πεντέλης, ενώ η βροχή άρχισε πάλι να πέφτει κάνοντας ένα χαρακτηριστικό απαλό θόρυβο που βοηθούσε τα πρώτα στάδια του διαλογισμού που σε λίγο θα μετατρέπονταν σε κάτι άλλο. Το στοιχείο του νερού και ο τόπος ήταν τόσο έντονα, ώστε δεν χρειάστηκε ούτε καν το καθιερωμένο αστρικό κλειδί για την αρχή του ταξιδιού. Κλείνοντας τα μάτια και τοποθετώντας νοητικά τους προστατευτικούς δοκούς πίσω μου, δεξιά και αριστερά μου -αυτομάτως μάλλον παρά ενσυνείδητα- και αναπνέοντας βαθιά από το στήθος, άρχισα πολύ γρήγορα να νιώθω τον αέρα να με χτυπά στο πρόσωπο. Για δευτερόλεπτα είδα το μπαλκόνι και το σπίτι να χάνονται προς τα κάτω... Σε λίγο εμπρός μου προβάλει η γέφυρα του Ουρανίου τόξου έντονα κόκκινη, κίτρινη και μπλε. Πρέπει να την περάσω. Σε κάθε πλευρά της γέφυρας υπάρχουν γιγαντιαίες φλόγες που δεν με αγγίζουν. Από πάνω, έντονα λαμπερά αστέρια, τόσο λαμπερά που σε θαμπώνουν. Κάτω από την γέφυρα αρχίζει να φαίνεται η γη πολύ μακριά. Και στο τέλος της γέφυρας η Πύλη. Ποια να 'ναι αυτή τώρα; Της Asgard ή του Vanaheim; Δεν θέλω όμως τόσο μακριά. Θέλω να επιστρέψω στη γη, στο παρελθόν, μια ίδια βροχερή ημέρα πριν από κάμποσα χρόνια...
Το νερό της βροχής είναι πυκνό και έντονο, είναι μάλλον μια ανοιξιάτικη μπόρα. Ένα απαλό κύμα από τη θάλασσα χτύπα την ακτή αλλά ο ήχος του σβήνει από τον θόρυβο που κάνει η βροχή πέφτοντας. Η γαλήνη του τοπίου σπάει από μια έντονη σκηνή. Ένας καβαλάρης με αγγλικές περικνημίδες και λευκή φανέλα ιππεύει ένα περήφανο άλογο χωρίς χαλινάρια και σέλλα, κρατώντας με το αριστερό χέρι τη χαίτη του αλόγου, και τρέχει πάνω - κάτω την ακτή με άψογο ιππικό τρόπο. Τα πόδια του κολλημένα στην κοιλιά του αλόγου δείχνουν να μην έχουν ανάγκη τους αναβολείς, που άλλωστε δεν υπάρχουν. Το στήθος του ιππέα σε παράλληλη γραμμή με τον λαιμό του αλόγου και το στόμα του κινείται σαν να συνομιλεί με το άτι, σαν να το προειδοποιεί γι' αυτό που μέλλει να συμβεί. Το άλογο ξαναμμένο και υπακούοντας τις κινήσεις των ποδιών του ιππέα, ξαφνικά αλλάζει διεύθυνση: γυρίζει έχοντας αντιμέτωπες την ακτή και την θάλασσα, δεν τρέχει πλέον σε παράλληλη γραμμή μ' αυτήν. Απέχει από την θάλασσα γύρω στα εκατό μέτρα. Ο αναβάτης γυρίζει το κεφάλι του δεξιά, αριστερά και πίσω, σαν να θέλει να κρατήσει την εικόνα του τοπίου. Το βλέμμα του αγκαλιάζει το περιβάλλον, τη βροχή και το χώμα, τα δέντρα που λικνίζουν από τον αέρα. Μια βαθιά αναπνοή τον βλέπω και παίρνει, πριν κεντήσει το άλογο μ' όλη του την δύναμη για να τρέξει προς τη θάλασσα. Εκείνο ξέφρενο από το κέντισμα και την φωνή του ιππέα ξεχύνεται καλπάζοντας προς το υγρό στοιχείο. Δεν καταλαβαίνω τι πάει να κάνει. Καθώς περνά σχεδόν δίπλα μου βλέπω επίσης το κεφάλι του ιππέα είναι στολισμένο με αγριολούλουδα. Άλογο και αναβάτης είναι πλέον ένα. Η εικόνα κενταύρου περνά γρήγορα από το νου μου, για μια στιγμή. Βλέπω με έκπληξη την στιγμή που αγγίζουν την θάλασσα. Είναι ακριβώς η στιγμή που η ανοιξιάτικη μπόρα σταματά. Κάποια σύννεφα παραμερίζουν και μερικές αχτίδες εισχωρούν και βάφουν το τοπίο. Δεν σταματούν. Άνθρωπος και ζώο, ορμούν στην θάλασσα. Η ακτή αρκετά αβαθής στην αρχή, επιτρέπει στο άλογο να προχωρήσει αρκετά. Όχι όμως για πολύ. Βλέπω τώρα τη θάλασσα να αγγίζει τον λαιμό του αλόγου και την μέση του αναβάτη. Το δεξί χέρι του ιππέα υψώνεται κρατώντας ένα μικρό αντικείμενο. Δεν καταλαβαίνω αμέσως τι είναι. Την στιγμή που αρχίζω να κατανοώ ακούγεται ένας πυροβολισμός. Το δεξί χέρι του αναβάτη που είχε αγγίξει τον δεξιό κρόταφο πέφτει και αμέσως ο ίδιος εξαφανίζεται στο νερό της θάλασσας. Το άλογο φοβισμένο και ρουθουνίζοντας επιστρέφει σώο. Τρέχει λίγο πάνω-κάτω στην ακτή και μετά σταματά. Η αρχέγονη στιγμή και ο τρόπος του τέλους ενός ταξιδιού και της αρχής ενός αλλού με συγκλονίζουν. Τίποτε δεν μαρτυρά την προηγούμενη στιγμή, το κύμα συνεχίζει να κτυπά την ακτή, το άλογο ήρεμο πια αναζητά τροφή, και ο αναβάτης πουθενά. Η βροχή αρχίζει να ξαναπέφτει. Κινδυνεύω να χάσω τον έλεγχο των αισθήσεων μου, επικρατεί κάποια σύγχυση και φόβος. Η χειρότερη συνταγή για μη ασφαλή επιστροφή. Βλέπω σύννεφα να περνούν γρήγορα δίπλα μου. Η μορφή του καβαλάρη με τα αγριολούλουδα στο κεφάλι είναι διάχυτη. Μεγάλη ανακούφιση όταν συνειδητοποιώ απόλυτα ότι δεν ήμουν εγώ! Μορφές από πολεμιστές Βίκινγκς και αέρινες οπτασίες από ξανθομαλλούσες με λευκές εσθήτες και λουλούδια στα μαλλιά, μου λένε ότι είμαι στο δρόμο της επιστροφής... Οι κορυφές της Πεντέλης εξακολουθούν να είναι εμπρός μου και τις συνειδητοποιώ με ευχαρίστηση. Ο σκύλος μου κάνει χαρές και εγώ εξακολουθώ να έχω μέσα μου την εικόνα του αυτόχειρα με το ευγενικό πρόσωπο, τα γλαύκα μάτια και τις πρόωρες λευκές τρίχες των μαλλιών, την ηρεμία και την αποφασιστικότητα της μορφής και την υπερήφανη αρχέγονη έκφραση. Πλησίαζε Πάσχα του 1910. Στην μάλλον μικρή κοινωνία των λογοτεχνών της Αθήνας είχε γίνει αισθητή η εξαφάνιση του Περικλή Γιαννόπουλου. Μόλις όμως χθες κατόρθωσαν οι δικοί του να πειστούν ότι αυτοκτόνησε. Την περασμένη Παρασκευή είχαν βρεθεί στην ακτή του Σκαραμαγκά κοντά στο φυλάκιο, το αδιάβροχό του και δύο επιστολές, μια στον επίλαρχο Κρίτσα και μια προς εκείνους που θα έβρισκαν τα ανωτέρω στο φυλάκιο. Στο γράμμα προς τον εξάδελφό του, ο Περικλής του έλεγε ότι φεύγει για "μακρινό ταξίδι", καλύπτοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τον θάνατό του, άφηνε παραγγελία για τα πράγματα που άφησε και παρακαλούσε τον επίλαρχο όπως επαναρρίψει το πτώμα του στη θάλασσα αν τυχόν αυτό ήθελε εκβρασθεί. Με την άλλη επιστολή παρακαλούσε τον επίλαρχο και όπως μην μετακινήσει κανείς το πτώμα του αν βρισκόταν στην ακτή. Ο Επίλαρχος μόλις έλαβε την επιστολή κατέβηκε στον Πειραιά και από κει με ατμάκατο κατευθύνθηκε προς το Σκαραμαγκά, όπου άρχισε να ερευνά επιμελώς την θαλασσινή περιοχή, κυρίως του φυλακίου. Οι έρευνές του όμως δεν κατέληξαν να βρουν κάτι. Οι λόγοι που ώθησαν τον Π. Γιαννόπουλο να αυτοκτονήσει παραμένουν ανεξήγητοι για εκείνους που δεν εγνώριζαν τον ιδιόρρυθμο του χαρακτήρα και την πρωτοτυπία των σκέψεων του. Η ιδέα της αυτοκτονίας του είχε καταστεί έμμονη ιδέα και πολλές φορές χαριτολογών έλεγε ότι προσεχώς μεταβαίνει σε μακρινό ταξίδι. Υπήρξε δημοσιογράφος και λόγιος. Τα δύο τελευταία του βιβλία το "Νέον Πνεύμα" και "Έκκλησις προς το Πανελλήνιον κοινόν" δημιούργησαν πολύ θόρυβο. Υπήρξε ένας εκ των ωραιότερων αθηναϊκών τύπων. Είχε αντίληψη του Ελληνισμού μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής του και είχε αναγάγει σε δόγμα την προνομιούχο ύπαρξη του Ελληνικού Κυττάρου. Το τελευταίο επεισόδιο προ της αυτοκτονίας του συνέβη μεταξύ αυτού και του ζεύγους Κατσίμπαλη με τους οποίους υπήρξε στενός φίλος. Την περασμένη Τετάρτη τους επεσκέφθη και κατά τις δέκα πήγαν στον κινηματογράφο. Εκεί ο Περικλής ήταν εύθυμος και μιλούσε στον καθένα, μάλιστα άρχισε μία συζήτηση με ένα λαϊκό τύπο, και τα γέλια τους ήταν τόσο δυνατά που τους πρόσεξαν όλοι. Μετά τον κινηματογράφο, η παρέα των τριών μπήκε σε μια μπυραρία η οποία ήταν έρημη πελατών και ξαφνικά ο Περικλής, ψάχνοντας στις τσέπες του, βρήκε ένα φύλλο χαρτιού όπου είχε μεταφράσει το ποίημα του Όσκαρ Ουάϊλντ το "Τριαντάφυλλο και το Αηδόνι" και τους το διάβασε. Συγκίνηση τον κατέλαβε όταν εννόησε πως τον συνέδεαν μυστικοί δεσμοί με τον πτερωτό ήρωα του Ουάϊλντ, το αηδόνι, το οποίο εδέχθη να καρφώσει την καρδιά του στο αγκάθι μιας τριανταφυλλιάς, μόνο και μόνο για να βάψει με το αίμα του ένα άλικο τριαντάφυλλο. Αφού το διάβασμά του τελείωσε, τους είπε: - Αύριο θα κάνω μια εκδρομή... Αλλά δεν είπε που θα πήγαινε. Κατόπιν αγόρασε από 'κει φαγητό για την εκδρομή και μπύρα. Όταν αποχωρίστηκαν, το ζεύγος των φίλων του ανελύθη εις δάκρυα από ένστικτο. Μάντευαν ότι κάτι τρομερό θα συνέβαινε, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να προλάβουν. Την επομένη, από συγκεντρωμένες πληροφορίες τα γεγονότα έλαβαν χώρα ως εξής στον Σκαραμαγκά: ο Γιαννόπουλος έφθασε με άμαξα και ραγδαία βροχή. Πίσω από την άμαξα είχε δεθεί ένα άλογο, αυτό με το οποίο συνήθιζε να κάνει ιππασία. Στο μικρό φυλάκιο κάθισε κάθισε, έφαγε, ήπιε μπύρα και ακολούθως έλυσε το άλογο. Άφησε τον χαρτοφύλακά του, το αδιάβροχό του, το καπέλο του και το καλαθάκι του φαγητού στο φυλάκιο. Ήταν πλέον έτοιμος. Ελούσθη με αρώματα και χτενίστηκε με επιμέλεια, όπως ακριβώς και οι αρχαίοι Σπαρτιάτες προ του θανάτου των. Ακολούθως ίππευσε το άλογο για το τελευταίο της ζωής του ταξίδι. Η κοινωνία των Αθηνών πάγωσε όταν έμαθε τον θάνατό του. Όταν ερωτήθησαν οι φίλοι του, είπαν ότι προσπαθούν να μην στενοχωρούνται αφού αυτή ήταν η επιθυμία του Περικλή, να μην δώσουν άλλη έννοια στο θάνατο απ' αυτήν που έδινε ο ίδιος, μια μετάβαση δηλαδή "εις την Φύσιν από την οποία όλοι προερχόμαστε". Λίγο πριν αναχωρήσει για τον Σκαραμαγκά, ο Γιαννόπουλος καίει όλη την λογοτεχνική του εργασία. Μεγάλη απώλεια υπήρξε η καταστροφή της "Αρχιτεκτονικής" του, που ήταν λογοτεχνική εργασία ανέκδοτη. Έλεγε όμως πάντοτε ότι όλα του τα βιβλία τού τα είχε εμπνεύσει η ατμόσφαιρα των Αθηνών και η αττική ομορφιά και κατά τον ίδιο τρόπο θα τα εμπνεύσει και σε άλλους! Όταν έβαζε τα λευκά του γάντια και ανέβαινε στην Ακρόπολη κρατώντας άνθη για να προσευχηθεί στον ναό της ύπατης ομορφιάς, όπως έλεγε, προσέθετε ότι τούτο έπρεπε να ήταν καθήκον όλων μας. Μετά ακριβώς δώδεκα ημέρες από την ημέρα της αυτοκτονίας του, το πτώμα του Περικλή που το έσπρωχναν τα κύματα ήλθε και πάλι στην ακτή, πίσω στη μητέρα Γη. Χωρικοί ανήγγειλαν στον αστυνόμο Ελευσίνας ότι εξεβράσθη στο σημείο εκείνο πτώμα αγνώστου. Ο αστυνόμος πήγε αμέσως επί τόπου και παρέλαβε το πτώμα, το οποίο και μετέφεραν εις το Νεκροταφείο της Ελευσίνας προς αναγνώριση. Ήξερε ήδη ότι πιθανώς το πτώμα ανήκε στον Περικλή Γιαννόπουλο, της αυτοκτονίας έχοντας γνώση από τις ειδήσεις των εφημερίδων. Ειδοποιήθηκαν τηλεγραφικώς οι αρχές των Αθηνών, όπως επίσης και οι συγγενείς, ενώ ανεχώρησαν από την Αθήνα με το μεσημεριανό τραίνο ο επίλαρχος Κρίτσας και ο επιστήθιος φίλος του Κατσίμπαλης. Ο Αστυνόμος τους ανέμενε στον σταθμό και τους οδήγησε στο θάλαμο του νεκροταφείου όπου αμέσως ανεγνώρισαν το πτώμα. Εκείνο που έκανε εντύπωση στους δύο άνδρες, ήταν ότι το πτώμα το είχαν περιποιηθεί κάποιοι, το είχαν τυλίξει σε σεντόνι, είχαν βάλλει στο κεφάλι του στεφάνι από άνθη και το είχαν περιλούσει με μύρα. Ο αστυνόμος τους εξήγησε ότι με το πρωινό τραίνο είχαν φθάσει δύο κυρίες από το εξωτερικό, οι οποίες μετέβησαν στο νεκροταφείο όπου απέθεσαν πολλά άνθη τα οποία έφεραν από την Αθήνα και ακολούθως εμύρωσαν το πτώμα. Το πρόσωπα του πτώματος διετηρείτο λευκό. Οι οφθαλμοί έλειπαν, αλλά αυτό δεν φαινόταν αφού τα βλέφαρα είχαν συμπτυχθεί. Είχε ουλή στο δεξιό κρόταφο και άλλη κοντά στον αριστερό οφθαλμό, σημεία της χρήσεως του περιστρόφου. Το πτώμα παρουσίαζε κατάστασιν αγαλματώδη, γιατί οι σάρκες είχαν προσκολληθεί στα ρούχα λόγω της παραμονής στο νερό. Έφερε περικνημίδες αγγλικού τύπου, φανέλα λευκή και γάντια. Επάνω του βρέθηκε το ρολόι του, το οποίον έδειχνε 11 και 3 λεπτά. Μέσα στην τσέπη της φανέλας βρέθηκε ένα ήδη οξειδωμένο δεκάλεπτο. Ήταν τα μόνα χρήματα που είχε μαζί του - ενώ τα άλλα τα είχε αφήσει στα πράγματά του στο φυλάκιο - γιατί ο Περικλής ήταν αρχαίος Έλλην μέχρι μυελού οστέων. Το δεκάλεπτο αυτό ήταν το τίμημα των ελληνικών πορθμείων για τον Χάροντα, ο οποίος θα τον έφερε δια της Αχερουσίας εις τα Ηλύσια, όπου πήγαιναν οι ωραίες και ευγενικές Ελληνικές Ψυχές. Οι δύο φίλοι του, όπως και οι άγνωστες κυρίες, επέμεναν ότι έπρεπε να ρίξουν το πτώμα πάλι στη θάλασσα. Έφθασαν όμως εντολές του Νομάρχου της Αθήνας, το πτώμα να ενταφιασθεί στην Ελευσίνα - ούτε καν να μεταφερθεί στην Αθήνα -και τελικά έτσι έγινε. Παρουσιάστηκε ένας ιερέας ο οποίος και έψαλε την νεκρώσιμη ακολουθία. Επιφανής κυρία της Ελευσίνας έφερε πολύτιμη λινομέταξη σινδόνη στην οποία περιετυλίχθη το πτώμα. Ακόμη περιελούσθη ο νεκρός με νερό από υδρία, ενώ απετέθη εντός του τάφου. Η ταφή έγινε στο νεκροταφείο της Ελευσίνας μεταξύ δύο γραφικών λόφων. Κοντά την ώρα της ταφής ο επίλαρχος Κρίτσας απήγγειλε το παραμύθι του βασιλέως της Θούλης, του βασιλέως ο οποίος προτού κλείσει τα βλέφαρά του εμπιστεύτηκε το χρυσό ποτήρι της ευτυχίας του στο μυστήριο των κυμάτων. εκείνες τις στιγμές οι δύο κυρίες παρακολουθούσαν από κάπως μακρινή απόσταση τον ανθοστεφή Αθηναίο να εξαφανίζεται δια παντός. Ο Περικλής Γιαννόπουλος, στο βιβλίο του Έκκλησις προς το Πανελλήνιον Κοινόν που εκδόθηκε το 1907 σαν ένα είδος προμετωπίδας, έχει το εξής απόσπασμα: "Ένα τιποτένιο παιδί, τρέχον στων γλυκών βουνών της Αττικής τα Αδώνια φώτα, είδε, στων κατάλαμπρον μεσημεριών τα καταγάλανα ουράνια, να περνά το ολόλευκο άτι της αναγεννήσεως της Ελλάδος με τα τρισμέγιστα κάτασπρα πτερά. Και ετόλμησε, εχύθη, έβαλε το χέρι του στην ρίζα των πτερών του, τα κράτησε λευκόφλογα ορθά. Άνθρωπος και άλογο κατέβηκαν, πάτησαν στην Γη. Νέοι και νέες της Ελλάδος με κλώνους ελαίας και άνθη δαφνών, στρώσατε τον δρόμον, ντύσατε και στολίσατε βασιλικά την Μητέρα Ελλάδα για το ταξίδι προς το φως. Με το πρώτο δυνατό τέντωμα των πτερών του, με την ωραία μητέρα προς το φως, το αέρινο παιδί κτυπημένο από το πλευρό του θα πέσει νεκρό". να θεώρησε άραγε ως την αρχή της αναγεννήσεως της Ελλάδος την επανάσταση της 15ης Αυγούστου 1909 και να εσκέφθη ότι ήλθεν ο καιρός "να πέσει το αέρινο παιδί" το οποίον ήτο ο ίδιος;
Προς την Ελληνικήν Αναγέννησιν
Το πρώτον βήμα Α'. Δια να ομιλήση κανείς λογικά δι' ένα ζήτημα ελληνικόν, είτε γλωσσικόν, είτε εθνικόν, είτε κοινωνικόν, ανάγκη να ανατρέξη εις το παρελθόν, να συμβουλευθή την Ιστορίαν. Και Ελληνική Ιστορία δεν υπάρχει. Δι' αυτό βασιλεύει τοιαύτη σύγχυσις και σύγκρουσις ιδεών εις όλα ανεξαιρέτως τα ιδικά μας πράγματα. Και δεν ήτο δυνατόν να υπάρχη ακόμη. Διότι έως χθες η μεγαλειτέρα και σπουδαιοτέρα εποχή του παρελθόντος μας, η Βυζαντινή, το Κλειδί προς νόησιν της αρχαίας, προς νόησιν της τωρινής Ελλάδας, προς νόησιν Ελληνισμού και Έλληνος, το είχε βυθίσει η Ευρώπη εις απύθμενον βάθος βορβόρου. Υπάρχει λοιπόν μία Ιστορία, γραφείσα χωρίς το κλειδί αυτό, συρραφείσα από τας Ευρωπαϊκάς ιστορίας και γνώμας περί ημών, με ένα πνεύμα σχεδόν δουλικόν, με ένα πνεύμα μαθητικόν, το οποίο τρέμει τον ευρωπαίον δάσκαλον. Άνθρωπο, με πνεύμα εντελώς ελεύθερον δουλικών αισθημάτων προ του Ευρωπαίου, δεν επαρουσιάσθησαν εις την μελέτην της Ιστορίας. Άνθρωποι, με πύρινον πάθος έρωτος ριχθέντες εις την μελέτην της Ιστορίας, δεν εφάνησαν μέχρι τούδε. Και οι φανέντες τοιούτοι κατέγιναν εις τας λεπτομερείας, αφωσιώθησαν εις τον πολυτιμώτατον φωτισμόν μιας ή άλλης εποχής. Ώστε ελληνική ιστορία δεν υπάρχει. Δεν κατηγορώ. Θέτω τα πράγματα. Και δεν ήτο δυνατόν να συμβή άλλως. Μέγιστον και δυσκολώτατον και υπεράνθρωπον ήτο το πρόβλημα το οποίον ετέθη από της Ελευθερίας ενώπιον των ιστορικών τής αφυπνισθείσης Ελλάδος. Και το έργον υπερανθρωπότερον. Και ιδού αυτό. *** Β'. Και ήτο απολύτως αδύνατον κατά φυσικόν λόγον να είναι τίποτε άλλο. Διότι όσον σοφοί, όσον μεγαλοφυείς και αν υποτεθούν οι Ευρωπαίοι, ευρεθέντες προ τόσον μακρού και σκοτεινού λαβυρίνθου, ακολουθούντες το σύστημα αυτό της τμηματικής ερεύνης, με ριζωμένας ιδέας ότι κάθε εποχή είναι άσχετος από την άλλην -αφού ο Έλλην, εχάθη εις την Αλεξανδρινήν εποχήν, εξερωμαΐσθη εις την Ρωμαϊκήν, εξεβαρβαρώθη και εξεπατώθη εις την Βυζαντινήν, είναι νέος άνθρωπος τώρα με νέαν γλώσσαν0- και όντες άνθρωποι ξένοι, πολύ περισσότερον φιλόλογοι και δάσκαλοι και ελάχιστα περιηγηταί, επιστήμονες και πρακτικοί, είναι αληθώς θαύμα θαυμάτων, ότι χάρις εις την λατρείαν των, εις την φιλοπονίαν των, εις την σοφίαν των, εφώτισαν τόσα και τόσα και δεν έφθασαν εις πολύ γελοιωδέστερα αποτελέσματα όπως ήτο φυσικόν. * * * Αυτή είναι η θέσις των πραγμάτων την ώραν αυτήν. Και είναι αμέσως φανερόν ότι, αφού ούτε αυτήν την εσπεριοειδή ιστορίαν που έχομεν μελετούμεν, εις τι κατάστασιν ευρίσκονται αι ιδέαι μας περί ημών αυτών. Και τι χαλασμός κόσμου που γίνεται εις όλας μας τας σκέψεις και τα πράγματα. Και είναι αμέσως φανερόν ότι πάσα κίνησις ορθή ενός ελληνικού ζητήματος είναι πράγμα αδύνατον. Και είναι αμέσως φανερόν ότι πάσα σκέψις βάσιμος και λογική περί διευθύνσεως, διοικήσεως, νόμων, είναι λεπτομέρειαι χωρίς καμμίαν σημασίαν, και είναι αμέσως φανερόν ότι το ζητείν από τους πολιτικούς μας να μας φωτίσουν είναι άδικον και παράλογον και είναι καθαρώτατα, αφελέστατα και απλούστατα παιδαριωδώς γελοίον. * * * Πρέπει λοιπόν να τεθή, πρώτον ένας φραγμός και δεύτερον να ευρεθή ένα μέτρον κρίσεως της ξένης και της ιδικής μας παραφροσύνης. Ένα θεμέλιον νέας οριστικής ζητήσεως. Και ο φραγμός αυτός και το μέτρον αυτό και το θεμέλιον αυτό είναι. 1. "Είναι εντελώς αδύνατον να ερευνηθή ορθώς και μελετηθή λογικώς μία οιαδήποτε ελληνική εποχή, εάν ο θέλων να μελετήση αυτήν, δεν έχει ενώπιον των οφθαλμών του όλας τα άλλας εποχάς και πρωτίστως την τωρινήν". 2. "Είναι εντελώς, αδύνατον, να εννοηθή εντελώς και εξηγηθή ορθώς, ένα οιονδήποτε ελληνικόν ζήτημα, ολόκληρος η ελληνική ιστορία, άνευ της βαθυτάτης γνώσεως του τωρινού Έλληνος". Περικλής Γιαννόπουλος
Αυτο το κείμενο εδημοσιεύθει σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα "Ακρόπολη" στις 11 & 13 Μαρτίου του 1903
|
||