| |

ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ
ΑΝΤΙΟΧΙΚΟΣ Ή ΜΙΣΟΠΩΓΩΝ
Ο Ανακρέων ο ποιητής σκάρωσε πολλά χαριτωμένα τραγούδια, μιας και τον ευνόησαν οι Μοίρες κι έζησε μες στην πολυτέλεια. Τον Αλκαίο όμως και τον Αρχίλοχο τον Πάριο δεν τους αξίωσε ο θεός να αφιερώσουν την ποίησή τους στις χαρές και τις ηδονές. Κι επειδή στη ζωή τους, πότε έτσι πότε αλλιώς ήταν υποχρεωμένοι ν' αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ξαλάφρωναν από τα βάρη που τους φόρτωσε ο θεός με το να κοροϊδεύουν εκείνους που κάνουν ό,τι μπορούν για να μου δείξουν την έχθρα τους, παρ' ό,τι δεν τους έχω βλάψει.
Κι απ' την άλλη, το είδος της παιδείας που 'χει επικρατήσει στις μέρες μας μεταξύ των καλομαθημένων, έχει εξαλείψει τη μουσική από το τραγούδι. (Βλέπετε, στην εποχή μας το να καταγίνεται κανείς με τη μουσική, ο κόσμος το θεωρεί πολύ πιο αισχρό απ' όσο θεωρούνταν παλιά το να πλουτίζει κάποιος με άτιμους τρόπους).
Όμως αυτό δεν θα με κάνει να αρνηθώ τη βοήθεια που μπορούν να μου προσφέρουν οι Μούσες. Έχω δει και τους βαρβάρους που κατοικούν πέρα από τον Ρήνο να τραγουδούν κάτι άγρια τραγούδια που η γλώσσα τους μοιάζει με κρωγμούς κακόφωνων πουλιών, και να ευφραίνεται η ψυχή τους με κείνα τα τραγούδια. Απ' ό,τι έχω καταλάβει λοιπόν, οι κακοί μουσικοί, ενώ για το ακροατήριό τους είναι ενοχλητικοί, ευχαριστιούνται οι ίδιοι με τον εαυτό τους και με το παραπάνω. Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό, λέω και γω από μέσα μου, όπως έλεγε ο Ισμηνίας, ότι τραγουδάω για χάρη των Μουσών και για πάρτη μου -κι ας μην έχω τις ικανότητες του, πείθω όμως τον εαυτό μου πως έχω τη μεγαλοφροσύνη του.

Μόνο που το τραγούδι ετούτο όχι μόνο είναι πεζό αλλά και περιέχει πολλές και μεγάλες προσβολές, όχι σε βάρος άλλων, μα το Δία (πως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού δεν το επιτρέπει ο νόμος;) αλλά προς τον ίδιο τον ποιητή, τον ίδιο τον γράφοντα. Δεν υπάρχει, βλέπετε, νόμος που ν' απαγορεύει στον καθένα να γράφει για τον εαυτό του, είτε για να τον κατακρίνει είτε για να τον παινέψει. Τώρα, αν και θα το 'θελα πολύ να παινέσω τον εαυτό μου, δεν έχω τη δύναμη να το κάνω. Όσο για επικρίσεις, έχω εναντίον μου μυριάδες. Και πρώτα ας ξεκινήσω απ' τη φάτσα μου.
Παρ' όλο που η φύση δεν της χάρισε ιδιαίτερη ομορφιά και χάρη και ευπρέπεια, εγώ, δύστροπος και προβληματικός, πρόσθεσα στη φάτσα μου κι αυτή τη μεγάλη γενειάδα, για να την τιμωρήσω, φαίνεται, όχι για τίποτα άλλο αλλά γιατί δεν είναι όμορφη από φυσικού της. Και για τον ίδιο λόγο ανέχομαι και τις ψείρες που τριγυρνούν μέσα της σαν τα θηρία μες στην πυκνή βλάστηση. Επίσης, δεν μου επιτρέπω να πίνω και να τρώω άπληστα και μ' ανοιχτό το στόμα, γιατί πρέπει να προσέχω μήπως κατά λάθος μαζί με τα ψωμιά καταπιώ και τρίχες. Όσο για τα φιλιά, το να φιλάω και να φιλιέμαι δεν μου είναι πονοκέφαλος. Παρ' όλο που σ' αυτό όπως και σε άλλα, τα γένια έχουν και τούτο το ενοχλητικό, ότι δεν επιτρέπουν σε καθαρά χείλη "ν' ακουμπούν πάνω σε λεία και γλυκύτερα χείλη", όπως είπε κάποιος που με τη βοήθεια του Πάνα και της Καλλιόπης έγραψε ποιήματα για την Δάφνη. Εσείς λέτε πως με τα γένια μου θα 'πρεπε να πλέξω σκοινιά. Είμαι έτοιμος να σας τα προσφέρω, φτάνει μόνο να μπορείτε να τα τραβάτε χωρίς να πάθουν ζημιά τα μαλθακά και αγύμναστα χεράκια σας.

Μη νομίζετε πως δυσανασχετώ με την κοροϊδία που μου κάνετε. Εγώ ο ίδιος άλλωστε σας δίνω την αφορμή, που το πηγούνι μου είναι σαν του τράγου, ενώ θα μπορούσα φαντάζομαι, να το 'χω άτριχο και λείο, όπως το 'χουν οι ωραίοι νεαροί και όλες οι γυναίκες που είναι από φυσικού τους επιθυμητές. Εσείς όμως, που ακόμα και στα γεράματα κοιτάζετε πως να μοιάσετε με τα παιδιά σας, τους γιους και τις κόρες σας, γιατί έτσι σας υπαγορεύει ο κομψός τρόπος ζωής κι η τρυφερή σας φύση ίσως, ξυρίζεστε επιμελώς, αφήνοντας τον ανδρισμό σας να φανερώνεται δειλά δειλά από το μέτωπο, κι όχι από το σαγόνι όπως κάνω εγώ. Και σαν να μην έφτανε το μήκος της γενειάδας μου, είναι και τα μαλλιά μου απεριποίητα και βρώμικα, σπάνια τα κουρεύω, και τα νύχια μου είναι πάντα μουτζουρωμένα από τα μελάνια της γραφίδας. Κι αν θέλετε να μάθετε, σας εκμυστηρεύομαι και κάτι απόρρητο: στο στήθος μου έχω πυκνό τρίχωμα, σαν το λιοντάρι, το βασιλιά των ζώων. Δεν το 'χω ξυρίσει ή μαλακώσει ποτέ κανένα άλλο σημείο του σώματός μου. Αν είχα και καμιά κρεατοελιά σαν τον Κικέρωνα, θα σας το έλεγα, όμως δεν έχω. Επιτρέψτε μου όμως να σας αποκαλύψω κάτι άλλο: Δεν μου είναι αρκετό το ότι το κορμί μου βρίσκεται σ' αυτήν την κατάσταση, γι' αυτό και ο τρόπος ζωής μου είναι αυστηρότατος. Περιορίζω τον εαυτό μου, από ανοησία τον κρατάω μακριά από τα θέατρα, ούτε δέχομαι στην αυλή μου θιάσους, εκτός από την πρώτη του έτους, τόσο αναίσθητος είμαι και σφιχτός σαν τον χωριάτη που από το λίγο του βιος πρέπει να δώσει φόρο σε σκληρό δεσπότη. Κι όταν μια φορά μπήκα στο θέατρο είχα όψη ανθρώπου που θέλοντας να εξιλεωθεί ετοιμάζεται να προσφέρει θυσία. Παρ' ό,τι ονομάζομαι μέγας βασιλέας, δεν έχω κανένα, σαν άρχοντας ή στρατηγός όλης της οικουμένης, να διευθύνει ηθοποιούς και αρματοδρόμους. Τώρα θα αναπολείτε "εκείνη τη νιότη του, το πνεύμα και τη διάνοια", που ως λίγο πριν αντικρίζατε.

Μπορεί όμως κι αυτό να 'ναι 'ενα καθαρό και αδιάψευστο σημάδι του μοχθηρού μου χαρακτήρα, εγώ πάλι δε σταματάω να προσθέτω όλο και πιο πρωτοφανείς ιδιοτροπίες. Αποστρέφομαι τις ιπποδρομίες όπως ο βουτηγμένος στα χρέη αποστρέφεται τις αγορές. Σπάνια θα παρευρεθώ στον ιππόδρομο και αυτό μόνο σε μέρα γιορτής, και πάλι δε θα μείνω όλη την ημέρα, όπως συνήθιζαν ο εξάδελφός μου κι ο θείος μου και ο αδελφός μου. Έξι κούρσες θα κάτσω να παρακολουθήσω όλες κι όλες, κι αυτές όχι ως λάτρης του αθλήματος ή έστω, μα το Δία, με την αδιαφορία ανθρώπου που δεν το μισεί και δεν το αποστρέφεται και όταν φεύγω είμαι όλος χαρά.
Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν είναι παρά η επιφάνεια, σάμπως έχω αναφερθεί σε πολλά από τα κακά που σας έχω κάνει; Στην εντελώς ιδιωτική μου ζωή: άγρυπνες νύχτες πάνω σ' ένα στρώμα από άχυρα, και λίγο φαγητό που δεν με χορταίνει, μου χαλάει τη διάθεση και με κάνει να εχθρεύομαι μια πόλη καλοπερασάκηδων. Βέβαια αυτά τα χούγια δεν τα 'χω για να σας δώσω το παράδειγμα. Από παιδί, έπεσα θύμα μιας μεγάλης και ανόητης πλάνης που με έπεισε να πολεμώ το στομάχι μου και να μην του επιτρέπω να γεμίζει με πολύ φαγητό. Λιγότερες φορές από κάθε άλλον μου έχει συμβεί να κάνω εμετό. Και θυμάμαι πως αυτό μου 'τυχε μια φορά όλη κι όλη, την εποχή που είχα γίνει Καίσαρας, κι αυτό από αρρώστια κι όχι απ' την πολυφαγία. Αξίζει τον κόπο να πω την ιστορία, δεν είναι και πολύ ευχάριστη -γι' αυτό άλλωστε μου πάει γάντι.
Έτυχε τότε να ξεχειμωνιάζω στην αγαπητή μου Λουτεκία -έτσι ονομάζουν οι Κέλτες την μικρή πόλη των Παρισίων. Είναι σ' ένα νησάκι του ποταμού, περιβάλλεται από τείχος, και ξύλινες γέφυρες τη συνδέουν με τις όχθες. Σπάνια το ποτάμι πλημμυρίζει ή λιγοστεύει, συνήθως έχει την ίδια στάθμη χειμώνα καλοκαίρι, και τα νερά του για όποιον θέλει να πιεί είναι πεντακάθαρα και γλυκύτατα. Μιας κι οι κάτοικοι ζουν στο νησί, πρέπει να παίρνουν νερό κατευθείαν από το ποτάμι. Ο χειμώνας εκεί είναι σχετικά μαλακός, είτε λόγω της ζέστης των ωκεανού (γιατί δεν απέχει πάνω από εννιακόσια στάδια κι έτσι φτάνει μέχρι εκεί η απαλή αύρα του θαλασσινού νερού, που είναι πιο ζεστό από τα γλυκά), είτε από άλλη αιτία που δεν γνωρίζω, έτσι έχει το πράγμα. Όσοι κατοικούν σ' εκείνο το μέρος έχουν θερμότερο χειμώνα, και ο τόπος βγάζει καλό σταφύλι, μάλιστα μερικοί έχουν κατορθώσει να καλλιεργούν συκιές που τις σκεπάζουν το χειμώνα με άχυρα ή άλλα παρόμοια υλικά, για να τις προστατεύουν από τη ζημιά που μπορεί να προξενήσει ο αέρας. Εκείνος ο χειμώνας, λοιπόν, ήταν δριμύτερος απ' ό,τι άλλες χρονιές και το ποτάμι κατέβαζε συνέχεια πλάκες που έμοιαζαν μαρμάρινες. Γνωρίζετε, φαντάζομαι, τη λευκή φρυγική πέτρα, έτσι έμοιαζαν κι οι πάγοι, μεγάλοιόγκοι ο ένας πάνω στον άλλο, και φαινόταν πως θα σχημάτιζαν τελικά ολόκληρο πέρασμα και θα γεφύρωναν το ρεύμα. Ο χειμώνας, λοιπόν, ήταν ασυνήθιστα άγριος, και το δωμάτιο όπου κοιμόμουν δεν θερμαινόταν με τον τρόπο που θερμαίνονται εκεί τα πιο πολλά σπίτια, με υπόγεια καμίνια, παρ' όλο που ήταν χτισμένο με τρόπο ώστε να μπορεί να ζεσταίνεται κι έτσι. Νομίζω, μάλιστα, πως συνέβαινε αυτό πάλι λόγω της γρουσουζιάς μου και της απανθρωπιάς την οποία όπως ήταν φυσικό έδειχνα πρώτα και κύρια στον ίδιο μου τον εαυτό. Διότι ήθελα να τον συνηθίσω ν' αντέχει στον κρύο αέρα χωρίς να 'χει ανάγκη από καμιά βοήθεια. Και ενώ ο χειμώνας χειροτέρευε, εγώ δεν εννοούσα ν' αφήσω τους υπηρέτες να ζεστάνουν το σπίτι, γιατί φοβόμουν μήπως και φύγει η υγρασία από τα ντουβάρια. Τελικά πρόσταξα και μου έφεραν μες το δωμάτιο μερικά αναμμένα κάρβουνα. Παρ' όλο που δεν ήταν πολλά, τα κάρβουνα έβγαλαν ντουμάνι τους ατμούς από τα ντουβάρια κι αυτό μου 'φερε ύπνο. Το κεφάλι μου γέμισε ατμούς και λίγο έλειψε να πνιγώ. Όταν με κουβάλησαν έξω κι οι γιατροί μου συνέστησαν να βγάλω το φαγητό που μόλις είχα φάει, και που δεν ήταν πολύ μα το Δία, έκανα εμετό κι αμέσως συνήλθα κι έτσι πέρασα μια άνετη νύχτα. Την επομένη μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα. Να λοιπόν πως, ακόμα και στη χώρα των Κελτών, "δημιουργούσα ο ίδιος προβλήματα στον εαυτό μου", που λέει και ο Δύσκολος του Μένανδρου.
Αλλά ενώ εύκολα ανέχτηκαν τις ιδιοτροπίες μου οι αγροίκοι Κέλτες, τις απεχθάνεται όπως είναι φυσικό, η χαρούμενη, πολυάνθρωπη και ευημερούσα πόλη σας, που ΄ναι γεμάτη χορευτές και αυλητές κι οι ηθοποιοί της είναι περισσότεροι από τους κανονικούς πολίτες, και που δεν δείχνει κανένα σεβασμό στους άρχοντες.
Μόνο στους δειλούς, ταιριάζει να κοκκινίζουν από ντροπή, ενώ οι γενναίοι, όπως εσείς, το ρίχνουν στη διασκέδαση από τα χαράματα, περνούν νύχτες γεμάτες απολαύσεις και δείχνουν, όχι στα λόγια αλλά με πράξεις, ότι αψηφούν τους νόμους. (Οι νόμοι, βλέπετε, εμπνέουν φόβο επειδή υπάρχουν οι άρχοντες κι όταν κανείς προσβάλλει έναν άρχοντα, πάνω απ' όλα καταπατάει τους νόμους). Το ότι σας ευχαριστεί αυτή η συμπεριφορά το δείχνετε σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως όμως στις αγορές και στα θέατρα, ο λαός με χειροκροτήματα και φωνές, ενώ οι εξέχοντες πολίτες με το να δαπανούν τέτοια ποσά σε διασκαδάσεις, που συζητιούνται και γίνονται πιο ονομαστοί απ' ό,τι η συνάντηση του Σόλωνα του Αθηναίου με τον βασιλιά της Λυδίας Κροίσο. Όλοι σας είστε ωραίοι και ψηλοί, με λείο δέρμα και ξυρισμένοι, και όλοι, μικροί μεγάλοι, ζηλεύετε την ευτυχία των Φαιάκων, "τα ρούχα τ' ακριβά, τα θερμά λουτρά και τα μαλακά κρεβάτια", κι όχι τον σεβασμό στους θείους νόμους.
"Τι φαντάστηκες δηλαδή, πως έτσι άξεστος και μισάνθρωπος και γρουσούζης που είσαι, θα ταίριαζες με όλα τούτα;", θα μου πείτε. "Άσχετε άνθρωπε που όλο σ' αρέσει να κάνεις εχθρούς, αυτή η ψυχούλα σου -που οι ασήμαντοι τη θεωρούν και ισορροπημένη- τόσο ανόητη και τιποτένια είναι που έφτασες να πιστεύεις πως πρέπει να την στολίσεις και να την εξωραϊσεις με τη σωφροσύνη; Και μάλιστα με λάθος τρόπο: πρώτα πρώτα εμείς ακόμα δεν έχουμε αντιληφθεί το σόι πράγμα είναι αυτή η σωφροσύνη, μόνο τη λέξη ακούμε, τα έργα της δεν τα βλέπουμε. Αν όμως σωφροσύνη σημαίνει αυτό που κάνεις εσύ, αν σημαίνει το να κατανοήσουμε πέρα για πέρα ότι πρέπει να υπηρετούμε τους θεούς και τους θείους νόμους, αν σωφροσύνη είναι να φερόμαστε ισότιμα στους ομότιμους και όταν υπερέχουμε να είμαστε μετριόφρονες, αν σωφροσύνη θα πει να νοιαζόμαστε και να προνοούμε ώστε οι φτωχοί να μην υποφέρουν αδικίες από τους πλούσιους, και αν είναι γι' αυτά να μπαίνουμε κάθε τόσο σε φασαρίες όπως κάνεις εσύ, που φυσικό είναι να σου προκύπτουν μίση, θυμοί και κοροϊδίες, κι αν επί πλέον σωφροσύνη είναι να υποφέρουμε όλα τα παραπάνω συγκρατώντας την αγανάκτηση και το θυμό μας και όσο γίνεται να ασκούμε τον εαυτό μας ώστε να μη μας λείπει η σύνεση, κι αν ακόμα σαν έργο της σωφροσύνης θεωρηθεί η αποχή από κάθε ηδονή ακόμα κι από κείνη στην οποία το να επιδίδεται κανείς φανερά δεν είναι ούτε απρεπές ούτε επονείδιστο, αφού το θεωρείς αδύνατο, κάποιος να είναι σώφρων στα κρυφά, μες στο σπίτι του, αν δημόσια και στα φανερά γουστάρει να είναι ακόλαστος και να διασκεδάζει στα θέατρα, αν λοιπόν τέτοιο πράγμα είναι η σωφροσύνη, τότε έχεις αυτοκαταστραφεί και πας να καταστρέψεις κι εμάς, που δε θέλουμε ούτε ν' ακούσουμε τη λέξη υποταγή -είτε στους θεούς είτε στους νόμους, γιατί μας είναι γλυκιά η ελευθερία."

"Αλλά κι αυτή η ειρωνία πάλι; Από τη μια να λες πως δεν είσαι δεσπότης μας και πως δεν ανέχεσαι να σε προσφωνούν έτσι, να αγανακτείς κιόλας τόσο, που έχεις πείσει τους περισσότερους -που από παλιά ήταν συνηθισμένοι αλλιώς- να αποφεύγουν αυτή τη λέξη ως προσβλητική της εξουσίας. Κι από την άλλη να μας αναγκάζεις να υποδουλωθούμε στους άρχοντες και στους νόμους. Πόσο καλύτερο θα 'τανε να σε λέγαμε δεσπότη και να μας άφηνες ήσυχους, εσύ που στις λέξεις είσαι πράος και στα έργα σκληρός. Και κοντά σ' όλα υατά, μας παρεμποδίζεις στα δικαστήρια, αναγκάζοντας τους πλούσιους να μετριάζουν τις διεκδικήσεις τους και μη αφήνοντας τους φτωχούς να ζητούν το δίκιο τους με συκοφαντίες. Αφήνοντας το θέατρο στην τύχη του, και τους μίμους και τους χορευτές, τη ρήμαξες την πόλη μας, κι έτσι τελικά ούτε ένα καλό δεν είδαμε από σένα, μόνο την αξιοπρέπειά σου που την ανεχόμαστε τους τελευταίους εφτά μήνες, κι αφήσαμε τις γριές μας που σέρνονται και κυλιούνται ανάμεσα στους τάφους, να προσεύχονται ν' απαλλαγούμε απ' το κακό που μας βρήκε, και μεις ολοκληρώνουμε αυτό το έργο με χιούμορ και ευστροφία, ρίχνοντάς σου σαν βέλητων Περσών που δειλιάζεις και το βάζεις στα πόδια μπροστά στις κοροϊδίες μας;"
Να λοιπόν, μ' έπιασε πάλι και θέλω να αυτοσαρκαστώ για μιαν ακόμα αιτία. "Συχνάζεις στα ιερά, στριμμένε άνθρωπε, δύστροπε και μοχθηρέ. Και για χατήρι σου μαζεύεται κι ο κόσμος εκεί, από κοντά και οι άνθρωποι της εξουσίας, και σου κάνουν λαμπρή υποδοχή, με χειροκροτήματα και φωνές, σαν να βρίσκονται στο θέατρο. Γιατί δεν τους αγαπάς και δεν τους επαινείς, παρά θες να παραστήσεις ότι είσαι σοφότερος κι από τον Απόλλωνα και βγάζεις λόγους και τους επικρίνεις αυστηρά που φωνάζουν; Και τους λες, Εσείς σπάνια πηγαίνετε στους ναούς για χάρη των θεών. Για χάρη μου όμως μαζευτήκατε εδώ, και κάνετε απρέπειες σε ιερό χώρο. Όμως οι σοβαροί και σώφρονες άνθρωποι θα 'πρεπε σιωπηλά να προσεύχονται και να ζητούν την εύνοια των θεών. Δεν ακούσατε ποτέ για το νόμο του Ομήρου, από μέσα του ο καθένας _, ούτε το πως σταμάτησε ο Οδυσσέας την Ευρύκλεια που είχε μείνει κατάπληκτη με το κατόρθωμά του; από μέσα σου να χαίρεσαι, γερόντισσα, συγκρατήσου και μη βγάζεις φωνή. Κι οι Τρωάδες ακόμα, δεν ύψωναν προσευχές προς τον Πρίαμο ούτε στη γυναίκα του ή σε κάποιο γιο ή θυγατέρα του, ούτε καν στον ίδιο τον Έκτορα (παρ' όλο που ο Όμηρος λέει πως τον Έκτορα τοντιμούσαν οι Τρώες σα θεό, στα ποιήματά του δεν δείχνει πουθενά γυναίκες ή άντρες να προσεύχονται σ' αυτόν), παρά στη θεά Αθηνά, όπως γράφει, "ύψωσαν όλες τα χέρια κι έβγαλαν φωνή μεγάλη", μπορεί να 'ναι βαρβαρικός αυτός ο τρόπος και κατάλληλος μόνο για γυναίκες, πάντως δεν δείχνει ασέβεια προς τους θεούς όπως η δική σας συμπεριφορά. Γιατί εσείς επευφημείτε ανθρώπους αντί για θεούς, ή μάλλον, αντί να κολακεύετε τους θεούς κολακεύετε εμένα. Το καλύτερο όμως, έτσι πιστεύω, θα ήταν να μη κολακεύετε ούτε τους θεούς, αλλά να τους λατρεύετε με σύνεση και σωφροσύνη.
Νάτο, πάλι σκαρώνω φράσεις με περίτεχνες λεξούλες, κι όχι μόνο δεν αφήνομαι να εκφραστώ άφοβα και ελεύθερα αλλά με πιάνει πάλι η γνωστή μου γρουσουζιά και δυσφημώ τον εαυτό μου. Γιατί σε ανθρώπους που θέλουν να είναι ελεύθεροι, όχι μόνο από άρχοντες αλλά κι από θεούς, πρέπει κανείς να μιλάει με τρόπο που να τους δίνει την εντύπωση πως είναι φιλικός απέναντί τους σαν ήρεμος πατέρας, κι ας είναι από τη φύση του ελεεινός όπως εγώ.

"Ανέξου λοιπόν την έχθρα και τις κοροϊδίες τους, κρυφές και φανερές, αφού σκέφτηκες πως όσοι σε χειροκροτούν στους ναούς το κάνουν μόνο για να σε κολακέψουν. Γιατί δε φαντάζομαι να σου πέρασε από το μυαλό πως θα μπορούσες να ταιριάξεις με τα ενδιαφέροντα και τις ασχολίες, τον τρόπο ζωής και τα έθιμα αυτών των ανθρώπων.
"Ας είναι. Αλλά εκείνο το άλλο το δικό σου, ποιός θα το ανεχτεί; Τις νύχτες πέφτεις για ύπνο ολομόναχος, και δεν υπάρχει τίποτα να σου γλυκάνει αυτή την άγρια και ανήμερη ψυχή, κάθε δίοδος έχει αποκλειστεί. Και το χειρότερο απ' όλα είναι ότι σ' αρέσει που κάνεις τέτοια ζωή και δείχνεις να απολαμβάνεις τις κατάρες του κόσμου. Τότε τι αγανακτείς όταν σου τα λένε; Θα 'πρεπε να ευγνωμονείς όσους από καλή διάθεση σε νουθετούν με αναπαίστους και σου λένε να ξυριστείς και μετά να παρουσιάσεις -ξεκινώντας από σένα τον ίδιο- ωραία θεάματα σ' αυτόν τον εύθυμο λαό, μίμους, χορευτές, ξεδιάντροπες γυναίκες, αγοράκια που συναγωνίζονται τις γυναίκες στα κάλλη, άνδτες που 'χουν ξυρίσει όχι μόνο το πρόσωπο αλλά ολόκληρο το σώμα έτσι που το δέρμα να δείχνει πιο λείο από των γυναικών, γιορτές και πανηγύρια -κι όχι, μα το Δία, λατρευτικά, γιατί σ' αυτά θα πρέπει να 'μαστε κόσμιοι. Φτάνει πια μ' αυτά, τα μπουχτίσαμε, από τέτοια άλλο τίποτα.
"Ο καίσαρας θυσίασε μια φορά στο ναό του Διός, 'υστερα στο ναό της Τύχης, κι επισκέφθηκε το ναό της Δήμητρος τρεις φορές (δεν θυμάμαι πόσες φορές μπήκα στο ιερό της Δάφνης, που είχε εγκαταλειφθεί εξαιτίας της αδιαφορίας των φυλάκων του και κατόπιν το κατέστρεψε η θρασύτητα των άθεων). Την Πρωτομηνιά των Σύρων, ο καίσαρας πάλι επισκέφθηκε το ναό του Φιλίου Διός και μετά, στη δημόσια εορτή, πηγαίνει στο ναό της Τύχης. Κατόπιν, αφού τηρεί την αργία της αποφράδας ημέρας, ξαναπηγαίνει στο ναό του Φιλίου Διός και προσεύχεται σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Μα υποφέρεται ένας καίσαρας που κάθε τρεις και λίγο επισκέπτεται τους ναούς; Ενώ θα μπορούσε να ενοχλεί τους θεούς μια δύο φορές το πολύ, και να συμμετέχει στους παλλαϊκούς εορτασμούς, εκείνους που δεν είναι μόνο για τους ειδήμονες θρησκευόμενους αλλά για όλον τον κόσμο, που πραγματικά τις απολαμβάνει αυτές τις γιορτές κι ευχαριστιέται να βλέπει να χορεύουν πλήθος άντρες, αγοράκια και γύναια."
Όταν το συλλογίζομαι, σας μακαρίζω για την ευδαιμονία σας χωρίς να θυμώνω με τον εαυτό μου. Τ' αγαπάω όλα αυτά -κι ίσως αυτό το χρωστάω σε κάποιον θεό. Μάθετε λοιπόν, πως για το λόγο αυτό δεν αγανακτώ μ' εκείνους που αντιμάχονται τη ζωή μου και τις επιλογές μου. Άλλωστε προσθέτω και γω ο ίδιος, όσο μπορώ, σαρκασμούς και κοροϊδίες σε βάρος μου, αφού από ανοησία δεν έψαξα εξ αρχής να βρω από που προέρχονται τα ήθη αυτής της πόλης κι ας έχω διαβάσει -όπως πιστεύω, τουλάχιστον- περισσότερα βιβλία από κάθε άλλο συνομήλικό μου.
Λένε βέβαια για τον βασιλιά που έδωσε το όνομά του σ' αυτή την πόλη ή, καλύτερα, γι' αυτόν του οποίου πήρα τ' όνομα η πόλη κατά τον εποικισμό της (γιατί ιδρύθηκε μεν από τον Σέλευκο, το όνομά της όμως το πήρε από τον γιο του) λένε λοιπόν γι' αυτόν πως από την πολλή τρυφερότητα και την πολυτέλεια, μια ζωή, πότε εκείνος ήταν ερωτευμένος, πότε κάποιος άλλος ήταν ερωτευμένος μαζί του, ώσπου στο τέλος ένιωσε άνομο έρωτα για την ίδια τη μητριά του, ήθελε να κρύψει το πάθος του μα δε μπορούσε, και το κορμί του άρχισε σιγά σιγά να λιώνει, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειωαν, η αναπνοή του έσβηνε. Η αρρώστια του ήταν ένα αίνιγμα, γιατί δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία που την προκαλούσε, ή καλύτερα, κανείς δε μπορούσε να καταλάβει από τι ακριβώς έπασχε το αγόρι, ενώ ήταν φανερή η αδυναμία του. Κι ανατέθηκε τότε στον Σαμιώτη γιατρό ο μεγάλος άθλος, να βρει από τι αρρώστια έπασχε. Εκείνος είχε τις υπόνοιές του, ξέροντας από τον Όμηρο ποιες "λύπες κατατρώνε το κορμί", κι ότι πολλές φορές το κορμί λιώνει από ψυχική αρρώστια κι όχι σωματική. Και βλέποντας το νεαρό που μόνο ανέραστος δεν ήταν, λόγω ηλικίας και συνηθειών, να ποιο δρόμο ακολούθησε για να εξακριβώσει την αρρώστια: κάθεται πλάι στο κρεβάτι και προσέχει το πρόσωπο του νεαρού, έχοντας δώσει εντολή να περάσουν από κει οι όμορφοι κι οι όμορφες, και πρώτα πρώτα η ίδια η βασίλισσα. Μόλις μπήκε αυτή, δήθεν από ενδιαφέρον για την υγεία του, αμέσως ο νεαρός παρουσίασε τα συμπτώματα της αρρώστιας του, άρχισε ν' ανασαίνει σα να πνιγόταν, δε μπορούσε να συγκρατήσει την ταραχή του, το πρόσωπό του κατακοκκίνισε, μετά άρχισε να λαχανιάζει. Μόλις τον βλέπει έτσι ο γιατρός, βάζει το χέρι στο στήθος του νεαρού και διαπιστώνει ότι η καρδιά του χτυπούσε δυνατά σα να 'θελε να πεταχτεί έξω. Τέτοια συμπτώματα παρουσίασε όσην ώρα ήταν μπροστά η μητριά. Όταν όμως έφυγε εκείνη κι ήρθαν άλλοι, παρέμενε ήρεμος κι έμοιαζε να μην έχει τίποτα. Κατάλαβε ο Ερασίστρατος από τι έπασχε και το λέει στο βασιλιά, και εκείνος από αγάπη για το παιδί του, είπε να του παραχωρήσει τη σύζυγο. Ο νεαρός αρνήθηκε αμέσως, όταν όμως λίγο καιρό μετά πέθανε ο πατέρας του, έπεσε με τα μούτρα να διεκδικήσει αυτό που όταν του είχε προσφέρει το αρνήθηκε με ευγένεια.
Τέτοια λοιπόν ήταν τα κατορθώματα του Αντίοχου. Κι είναι άδικο να θυμώνω με τους απογόνους του που μιμούνται τον ιδρυτή της πόλης ή εκείνον που της χάρισε τ' όνομα. Γιατί όπως είναι φυσικό στα φυτά οι ιδιότητες να κληρονομούνται για πολύ καιρό, και όλα ίσως τα φυτά μοιάζουν με κείνα απ' τα οποία βλάστησαν, έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους, είναι εύλογο, τα ήθη των απογόνων να είναι παραπλήσια με κείνα των προγόνων.

Εγώ ας πούμε, ξέρω ότι απ' όλους τους Έλληνες, οι πιο φιλότιμοι και πιο φιλάνθρωποι είναι οι Αθηναίοι, έχω προσέξει ότι σε μεγάλο βαθμό όλοι οι Έλληνες έτσι είναι, κι έχω να το λέω, πόσο πιο φιλόξενοι είναι και πόσο πιο φιλόθεοι απ' όλους τους λαούς, όλοι οι Έλληνες είναι έτσι, μα ανάμεσά τους, μπορώ να σας βεβαιώσω, ξεχωρίζουν οι Αθηναίοι. Αν εκείνοι διασώζουν στα ήθη τους την εικόνα της παλιάς αρετής, το ίδιο είναι φυσικό να συμβαίνει με όλους: τους Σύρους, τους Άραβες, τους Κέλτες, τους Θράκες, τους Παίονες καθώς και κείνους που ζουν στις όχθες του Δούναβη, ανάμεσα στους Θράκες και τους Παίονες, δηλαδή τους Μυσούς απ' τους οποίους κατάγεται το σόι μου που 'ναι αγροίκο, αυστηρό, αδέξιο, ανέραστο και μένει αμετακίνητο στις ιδέες του -δείγματα όλα φοβερής χωριατιάς.
Σας ζητώ να με συγχωρέσετε λοιπόν, και με τη σειρά μου σας συγχωρώ και γω, αφού μιμείσθε τους τρόπους των πατέρων σας, και μην το πάρετε σαν κατηγόρια όταν σας λέω Ψεύτες και χορευτές και στα χοροπηδήματα πρώτους. κάθε άλλο: σας εγκωμιάζω όταν λέω πως μιμείσθε τα καλά των προγόνων σας (μέχρι κι ο Όμηρος, όταν λέει για τον Αυτόλυκο ότι τους ξεπερνάει όλους "στην απάτη και στους όρκους", μιλάει επαινετικά).
Και στον εαυτό μου καταλογίζω αδεξιότητα, αμάθεια και δυστροπία και το ότι δεν μαλακώνω εύκολα, και σε ό,τι έχει να κάνει με τα προσωπικά μου δεν ξανοίγομαι σε φορτικούς και απατεώνες, και το ότι δεν κάνω πίσω όταν οι άλλοι βάζουν τις φωνές, τέτοιες μομφές τις δέχομαι μετά χαράς. Ποια απ' τις δυο στάσεις είναι η πιο εύκολη, οι θεοί μπορεί να το ξέρουν -μιας και δεν υπάρχει άννθρωπος που να μπορεί να μπει διαιτητής ανάμεσά μας: δεν θα τον εμπιστευόμασταν, γιατί είναι φυσικό ο καθένας να εκτιμάει τα δικά του και των αλλωνών να τα καταφρονεί. Άνθρωπος που χαρίζεται σε κάποιον με επιδιώξεις αντίθετες από τις δικές του, θα πρέπει να 'ναι υπερβολικά ήπιος, έτσι νομίζω.

Τώρα που το καλοσκέφτηκα, βρίσκω πως έχω κάνει κι άλλα φοβερά πράγματα. Φτάνοντας σε μια πόλη ελεύθερη που δεν ανέχεται να βλέπει απεριποίητα μαλλιά, μπήκα μέσα αξύριστος και ακούρευτος, ίδιος με κείνους που ψάχνουν και δε μπορούν να βρουν ένα κουρέα. Θα νόμιζε κανείς πως έβλεπε τον Σμικρίνη τον γεροτσιγγούνη ή τον Θρασυλέοντα, τον ηλίθιο στρατιώτη. Ενώ αν είχα καλλωπιστεί θα 'μοιαζα ωραίος νέος, θα 'χα μεταμορφωθεί σε έφηβο, αν όχι στα χρόνια, τουλάχιστον στο φέρσιμο και στην τρυφερότητα του προσώπου. "Δεν ξέρεις να συναναστρέφεσαι τους ανθρώπους, δεν επιδοκιμάζεις τον Θέογνι, δεν παίρνεις για παράδειγμα το χταπόδι που το χρώμα του γίνεται ίδιο με των βράχων. Μόνο ξέρεις να φέρεσαι με μυκονιάτικη χοντροκοπιά και ασχετωσύνη και ανοησία. Δεν σου περνάει από το μυαλό πως εμείς εδώ είμαστε πολύ μακριά από τους Κέλτες και τους Θράκες και τους Ιλλυριούς; Δε βλέπεις πόσα μαγαζιά έχει αυτή η πόλη; Χώρια που σε μισούν κι οι μαγαζάτορες που δεν τους αφήνεις να πουλάνε στον κόσμο τα εμπορεύματα στις τιμές που θέλουν. Οι μαγαζάτορες, πάλι, κατηγορούν τους ιδιοκκτήτες. Εσύ όμως, ακόμα κι αυτούς τους τελευταίους τους κάνεις εχθρούς σου, αναγκάζοντάς τους να είναι δίκαιοι".
(Όσο για τους αξιωματούχους της πόλης, αυτοί, απ' ότι φαντάζομαι, παθαίνουν διπλή ζημιά: ενώ πρώτα καρπώνονταν οφέλη από δυο μεριές, και ως ιδιοκτήτες και ως έμποροι, τώρα φυσικό είναι να στεναχωριούνται που τους μειώθηκαν τα κέρδη και από τις δυο πηγές). Όσο για τους Σύρους της πόλεως, το φέρνουν βαριά που δεν μπορούν να μεθοκοπούν και να χορεύουν τον κόρδακα. Εσύ νομίζεις ότι προσφέροντάς τους άφθονο στάρι, τους τρέφεις επαρκώς. Και το πιο χαριτωμένο είναι ότι δεν σε απασχολεί, πως θα γίνει να βρεθεί κανένα πππετρόψαρο στην πόλη. Και τις προάλλες, όταν κάποιος έκανε παράπονα ότι η αγορά πάσχει από ψάρια και πουλερικά, έβαλες τα γέλια κι είπες πως μια σοβαρή πόλη έχει ανάγκη από ψωμί, κρασί και λάδι -κρέας χρειάζεται όταν είναι τρυφηλή, πως ακόμα και το να κάνεις λόγο για ψάρια και πουλερικά είναι το άκρον άωτο της πολυτέλειας και ασωτίας, και πως τέτοια πολυτέλεια ούτε οι μνηστήρες στην Ιθάκη δεν απολάμβαναν. Και πως όποιος δε θέλει να τρώει χοιρινό και αρνίσιο κρέας, καλά θα κάνει να το γυρίσει στα όσπρια. Νόμιζες πως νομοθετούσες στα πατριωτάκια σου τους Θράκες ή στους Γαλάτες τους αναίσθητους που σε διαπαιδαγώγησαν για το κακό μας και σε ΄καναν σκέτο πουρνάρι και σφεντάμι -Μαραθωνομάχος, βέβαια, δεν έγινες ακόμα, πάντως κατά το ήμισυ Αχαρνέας, αηδιαστικός και άχαρος, σίγουρα. Δεν θα 'ταν καλύτερα, η αγορά να μοσχοβολούσε μύρο στο πέρασμά σου και πίσω σου ν' ακολουθούσαν ωραίοι νεαροί που θα τους λιμπιζόταν ο κόσμος, και όμιλοι γυναικών σαν αυτούς που καθημερινά βλέπει κανείς στην πόλη μας;"
-Μα το να ρίχνω βλέμματα ερωτικά προς κάθε κατεύθυνση για να σας φανώ ωραίος, όχι στην ψυχή αλλά στο πρόσωπο, δεν μου το επιτρέπει ο χαρακτήρας μου. Για σας, η αληθινή ομορφιά της ψυχής ταυτίζεται με την ηδυπαθή ζωή. Εμένα ο δάσκαλός μου μού έμαθε να κοιτάω χαμηλά όταν πήγαινα σχολείο. Θέατρο δεν είχα πάει πριν μακρύνουν τα γένια μου πιο πολύ από τα μαλλιά μου, αλλά ακόμα και σε κείνη την ηλικία, ποτέ δεν πήγα από μόνος μου και με δική μου θελήση, παρά τρεις τέσσερις φορές, το ξέρετε καλά, κατά διαταγή του άρχοντα "για να γίνει το χατήρι του Πάτροκλου" -κι ο άρχοντας ήταν στενός συγγενής μου ενώ εγώ ήμουν ακόμη ιδιώτης.

Εμένα τώρα θα πρέπει να με συγχωρέσετε: γιατί αντί για την αφεντιά μου σας προσφέρω τον άνθρωπο που θα έχετε να τον μισείτε με όλο σας το δίκιο: εκείνον τον παιδαγωγό μου τον μισάνθρωπο που τότε με στεναχωρούσε δείχνοντάς μου πάντα τον ίδιο δρόμο, και που σήμερα είναι ο αίτιος της απέχθειάς μου προς εσάς. Αυτός μου 'βαλε μες στην ψυχή -θαρρείς και μου την χάραξε για πάντα- κάτι που εγώ τότε δεν ήθελα ενώ εκείνος, λες και έκανε σογή πράξη, δος του και συνέχιζε να την μπολιάζει: ονομάζοντας, αν θυμάμαι καλά, μεγαλοπρέπεια την χωριατιά, σωφροσύνη την απάθεια, ανδροπρέπεια το να μην υποχωρεί κανείς στις επιθυμίες και να βρίσκει την ευτυχία με τέτοιο τρόπο. Μικρό παιδάκι ήμουν ακόμα, και κείνος, μα το Δία και τις Μούσες, μου 'λεγε και μου ξαν'αλεγε επί λέξει: "Μη παρασυρθείς από τους συνομηλίκους σου που μαζεύονται στα θέατρα και λαχταρήσεις και συ τέτοια θεάματα. Σου αρέσουν οι ιπποδρομίες; Υπάρχει μία στον Όμηρο που περιγράφεται θαυμάσια. Παρ' το βιβλίο και διάβασε προσεχτικά. Ακούς να μμιλάνε για παντομίμους χορευτές; Ας τους να χαίρονται. Στην Οδύσσεια, οι έφηβοι Φαίακες χορεύουν πιο αντρίκεια. Εσένα, κιθαρωδός σου είναι ο Φήμιος και τραγουδιστής ο Δημόδοκος. Ακόμα και δέντρα περιγράφει ο Όμηρος, με λόγια που τέρπουν περισσότερο απ' ό,τι η εικόνα της πραγματικότητας:
Στη Δήλο κάποτε, πλάι στο βωμό του Απόλλωνος, δροσερό κλωνάρι φοινικιάς είδα ν' ανθίζει και το δασωμένο νησί της Καλυψώς και το σπήλαιο της Κίρκης κι ο κήπος του Αλκίνοου: να 'σαι βέβαιος, τίποτα πιο τερπνό απ' αυτά δεν πρόκειται να ιδείς." Επιθυμείτε να σας πω και τ' όνομα και την καταγωγή του ανθρώπου που μιλούσε έτσι; Ήταν βάρβαρος, μα τους θεούς και τις θεές. Σκύθης στην καταγωγή κι είχε το ίδιο όνομα με τον άνθρωπο που έπεισε τον Ξέρξη να εκστρατεύσει κατά της Ελλάδος. Κι ήταν ευνούχος -ιδιότητα που μέχρι πριν είκοσι μήνες ήταν αξιοσέβαστη και θρυλική, τώρα όμως η λέξη προφέρεται προσβλητικά. Τον είχε αναθρέψει ο παππούς μου για να διδάξει τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησίοδου στη μάνα μου. Όμως εκείνην, λίγους μήνες αφότου γέννησε εμένα, το μοναδικό της παιδί, νέα ακόμη κι ύστερα από βάσανα πολλά, την έκλεψε η παρθένος που δεν γεννήθηκε από μάνα. Εφτά χρόνια αργότερα με παραδώσανε σ' αυτόν. Κι αυτός με παραπλάνησε, οδηγώντας με στο σχολείο από ένα και μοναδικό δρόμο, άλλο δρόμο δεν ήθελε να ξέρει ούτε και μου επέτρεπε να ακολουθήσω, και μ' έκανε τέτοιον ώστε να με απεχθάνεστε όλοι εσείς.

Αλλά ας κάνουμε μαζί του ανακωχή, και σεις κι εγώ, αν δεν έχετε αντίρρηση, κι ας τερματίσουμε το μίσος. Διότι δεν ήξερε ο άνθρωπος ότι θα ερχόμουν να σας επισκεφθώ, μα και να το 'ξερε πως οι πιθανότητες να 'ρθω εδώ ήταν μεγάλες, που να το φανταστεί ότι θα 'ρχομουν ως άρχων, με τόση εξουσία στα χέρια -όση μου δώσαν οι θεοί, πιέχοντας πάρα πολύ και εκείνον που μου την άφησε και εμένα που τη δέχτηκα, πίστεψτε με. Ήταν φανερό άλλωστε πως ούτε εκείνος που πρόσφερε αυτήν την τιμή - ή χάρη ή όπως αλλιώς προτιμάτε- δεν το 'κανε με τη θέλησή του, αλλά και ο αποδέκτης -όπως ξέρουν οιθεοί- ειλικρινά αρνιόταν. Το πως έχει αυτή η ιστορία και το πως θα εξελιχθεί, είναι θέλημα των θεών. Κι αν είχε τύχει να την προβλέψει ο παιδαγωγός μου, θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να μπορέσω τώρα να σας φανώ όσο γίνεται πιο αρεστός. Θα ρωτήσετε: "Δηλαδή δε γίνεται τώρα πια να βάλει κατά μέρος και να ξεμάθει τους αγροίκους τρόπους με τους οποίους ανατράφηκε;" Λένε πως η συνήθεια είναι δεύτερη φύση. Το να πολεμάς τη φύση και το να εγκαταλείψεις μια άσκηση που βάσταξε τριάντα χρόνια, είναι φοβερά δύσκολο, πόσο μάλλον όταν έχεις κοπιάσει γι' αυτήν τόσο πολύ, χώρια που είμαι αρκετά μεγάλος για τέτοια.
"Καλά ως εδώ, θα μας πεις όμως τι σ' έπιασε και ασχολείσαι ο ίδιος με την ακρόαση και εκδίκαση διαφορών που προκύπτουν από τις συναλλαγές; Γιατί αυτό βέβαια δεν σου το δίδαξε ο παιδαγωγός σου που δεν είχε ιδέα ότι θα κυβερνούσες." Κι όμως, φταίει ο απαίσιος εκείνος γέρος που με παραπλάνησε και ως κύριο ένοχο για τις ενέργειές μου, καλά θα κάνετε μαζί με μένα να βρίσετε κι αυτόν. Να ξέρετε όμως πως κι εκείνος είχε εξαπατηθεί από άλλους. Κάποια ονόματα θα έχουν φτάσει στ' αυτιά σας, μιας και συχνά διακωμωδούνται στο θέατρο: Πλάτων, Σωκράτης, Αριστοτέλης, Θεόφραστος. Ο γέρος, άμυαλος όπως ήταν, πείστηκε από τα λεγόμενά τους και μετά βρήκε εμένα, ένα παιδί που αγαπούσε τα γράμματα, και μ' έκανε να πιστέψω πως αν γινόμουν οπαδός και μιμητής τους σε όλα, θα κατάφερνα να ξεπεράσω -τους άλλους ανθρώπους ίσως όχι, δεν έχω, βλέπετε, ανταγωνισμό μ' αυτούς-, τον εαυτό μου όμως σίγουρα. Και μη έχοντας άλλη λύση, πείστηκα και δε μπορώ πια ν' αλλάξω παρ' όλο που συχνά με πιάνει μια τέτοια επιθυμία. Και κατηγορώ τον εαυτό μου που δεν δίνω άφεση σε όλα τα αδικήματα, μου 'ρχονται όμως τότε στο νου τα λόγια του Αθηναίου στο έργο του Πλάτωνα: "Είναι άξιος τιμής αυτός που δεν κάνει αδικίες, εκείνος όμως που δεν επιτρέπει στους κακούς να αδικούν είναι άξιος τουλάχιστον διπλάσιας τιμής. Ο πρώτος είναι δίκαιος μόνο για τον εαυτό του ενώ ο δεύτερος αξίζει όσο πολλοί, καθώς αποκαλύπτει στις αρχές τις αδικίες των άλλων, και πρέπει να πάρει βραβείο αρετής.

Ο ίδιος έπαινος πρέπει να ισχύσει και για την σωφροσύνη και τη φρόνηση και όσες άλλες αρετές μπορεί κανείς όχι μόνο να τις κρατά για τον εαυτό του αλλά και να τις μεταδίδει στους άλλους." Αυτά μου δίδασκε, πιστεύοντας ότι θα ήμουν στη ζωή ένας απλός ιδιώτης, δεν είχε προβλέψει την τύχη που μου επιφύλαξε ο Δίας. Εγώ όμως ντρεπόμουν ως ηγέτης να είμαι λιγότερο ενάρετος απ' ό,τι ως ιδιώτης, με αποτέλεσμα να ξεχαστώ και να σας μεταδώσω τη χοντροκοπιά μου χωρίς να υπάρχει καμιά ανάγκη. Χώρια που ένας ακόμη νόμος του Πλάτωνος που μ' έκανε να σκεφτώ για μένα τον ίδιο, με κατάντησε μισητό σε σας: ο οποίος νόμος λέει ότι πρέπει οι άρχοντες και οι πρεσβύτεροι να έχουν αξιοπρέπεια και σωφροσύνη ώστε βλέποντας τους ο λαός να δέχεται πειθαρχημένα την εξουσία τους. Καθώς λοιπόν μόνο εγώ (ή καλύτερα, εγώ με λίγους ακόμα), το επιδίωξα αυτό, κατέληξε η στάση μου να φέρει ολωσδιόλου αντίθετα αποτελέσματα και φυσικά σε βάρος μου. Βλέπετε, είμαστε εφτά άτομα, ξένοι και νεοφερμένοι (κι ένας ακόμα που είναι και συμπολίτης σας, φίλος του Ερμή και δικός μου, εξαιρετικός τεχνίτης του λόγου), οι οποίοι δεν έχουμε συναλλαγές με κανέναν ούτε ακολουθούμε άλλο δρόμο πέρα από κείνον που οδηγεί στους ναούς των θεών και σπανίως, και πάλι όχι όλοι, προς τα θέατρα -μιας και "καταγινόμαστε με το πιο άχαρο έργο" και "τον πιο αξιοκατάκριτο σκοπό της ζωής" (για να χρησιμοποιήσω, με την άδεια των Ελλήνων σοφών, μερικές από τις συνηθισμένες φράσεις που ανταλλάσσουμε με τους συνεργάτες μου, δεν βρίσκω καλύτερες εκφράσεις), και ταχθήκαμε σε σας ως μεσάζοντες, τόσο πολύ μας αρέσει να συγκρουόμαστε μαζί σας και να μας μισείτε, ενώ θα 'πρεπε να κερδίζουμε την ευαρέσκειά σας και να σας χαϊδεύουμε.
"Ο τάδε μεταχειρίστηκε βία σε βάρος του δείνα." "Και τι σε νοιάζει εσένα, βρε ανόητε; Ενώ θα μπορούσες να γίνεις συνεργός στο αδίκημα και να κερδίσεις συμπάθειες, και το κέρδος χάνεις και έχθρες ξεσηκώνεις, κι από πάνω νομίζεις ότι συμπεριφέρεσαι και σκέφτεσαι ορθά και προς το συμφέρον σου. Θα 'πρεπει να υπολογίσεις ότι όταν γίνεται κάποιο αδίκημα, κανένας αδικημένος δεν τα βάζει με τους άρχοντες αλλά με κείνον που έκανε την αδικία, ενώ αυτός που πάει να διαπράξει το αδίκημα, όταν εμποδίζεται, δεν κατηγοράει το θύμα του αλλά τους άρχοντες. Θα μπορούσες λοιπόν, με βάση αυτόν τον ωραίο υπολογισμό, να αποφεύγεις να επιβάλεις τη δικαιοσύνη και να επιτρέψεις στον καθένα να κάνει ό,τι θέλει ανάλογα με τη δύναμή του (τέτοιο ήθος έχει, νομίζω, αυτή η πόλη, πολύ φιλελεύθερο).
Δε φτάνει που δεν κατάλαβες πως έχουν τα πράγματα, έχεις και την αξίωση να τους κυβερνήσεις με φρόνηση; Δεν πρόσεξες πόση ελευθερία υπάρχει εδώ, μέχρι και για τα γαϊδούρια και τις καμήλες; Αυτοί που τα νοικιάζουν τα περνούν κάτω από τις κιονοστοιχίες θαρρείς κι είναι νύφες, βλέπετε, οι φαρδιοί δρόμοι και τα σοκάκια έχουν φτιαχτεί για διακοσμητικούς σκοπούς και για πολυτέλεια κι όχι για να περνούν τα γαϊδούρια. Και φιλελεύθερα καθώς είναι τα γαϊδούρια, χρησιμοποιούν τους στεγασμένους χώρους και δεν τα εμποδίζει κανείς για να μην τους στερήσει την ελευθερία. Να με ποιο τρόπο είναι ελεύθερη αυτή η πόλη. Κι έχεις την απαίτηση να είναι ήσυχοι οι νέοι της και κυρίως να έχουν τις ίδιες ιδέες με σένα, κι αν όχι, τότε να λένε μονάχα όσα θα ακούγονταν ευχάριστα στ' αυτιά σου. Ενώ εκείνοι από την πολλή ελευθερία έχουν μάθει μόνο στα γλέντια, μια ζωή γλεντάνε αρκούντως και στις γιορτές με το παραπάνω."
Για τέτοιου είδους εμπαιγμούς τιμώρησαν κάποτε οι Ρωμαίοι τους κατοίκους του Τάραντα, που μεθυσμένοι στις γιορτές των Διονυσίων πρόσβαλαν τους πρέσβεις της Ρώμης. Εσείς όμως είστε από κάθε άποψη καλότυχοι σε σύγκριση με τους Ταραντίνους: αντί για λίγες μέρες καλοπερνάτε όλο το χρόνο, κι αντί για ξένους πρέσβεις προσβάλλετε τους ίδιους σας τους άρχοντες ακόμα και για τα γένια τους και για τα σύμβολα που χαράζουν στα νομίσματα. Εύγε, σοφοί πολίτες -και εσείς που εμπαίζετε και εσείς που εγκρίνετε και απολαμβάνετε όσους εμπαίζουν. Φαίνεται, άλλωστε, ότι οι πρώτοι ηδονίζονται να λένε τις κοροϊδίες τους κι οι δεύτεροι να τις ακούνε.
Με συναρπάζει κι εμένα αυτή η ομοφωνία σας και καλά κάνετε που όλοι μαζί, ως κάτοικοι μιας πόλης, ομονοείτε: ας πούμε, στο ότι δεν είναι καθόλου σημαντικό ή αξιοζήλευτο το να περιορίζεις τους νέους και να τιμωρείς την αχαλίνωτη συμπεριφορά. Διότι το να αφαιρέσεις από τους ανθρώπους τη δυνατότητα να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν, ισοδυναμεί με το να τους αποκόβεις από την ουσία της ελευθερίας. Εσείς λοιπόν, ξέροντας καλά ότι οι άνθρωποι πρέπει να 'ναι ελεύθεροι να κάνουν το κάθε τι, αρχικά επιτρέψατε στις γυναίκες σας να είναι αυτεξούσιες έτσι ώστε να 'ναι απέναντί σας τελείως ελεύθερες και αχαλίνωτες, και στη συνέχεια παραχωρήσατε τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών σ' αυτές, από φόβο μήπως τα παιδιά σας, δοκιμάζοντας τη δική σας σκληρή ανδρική εξουσία, καταντήσουν δουλοπρεπεη και μαθαίνοντας να σέβονται τους πιο ηλικιωμένους αφού μπουν στην εφηβεία, κινδυνεύουν να τους έχει γίνει αυτό κακιά συνήθεια που θα τους κάνει να σέβονται και τους άρχοντες και να καταλήξουν να γίνουν δούλοι αντί για άντρες κι όπως θα ΄χουν γίνει συνετοί και αγαθοί και κόσμιοι, χωρίς να το πάρουν είδηση, θα καταστραφούν ολωσδιόλου.

Οπότε, τι κάνουν οι γυναίκες; Με πολύ ευχάριστους τρόπους, τα μαθαίνουν να σέβονται μόνο ό,τι σέβονται οι ίδιες -πράγμα που όχι μόνο από τους ανθρώπους αλλά και από τα ζώα θεωρείται το πιο ευλογημένο και πολύτιμο πράγμα. Φαντάζομαι πως γι΄αυτό συμβαίνει να είστε τόσο πολύ ευτυχισμένοι, επειδή αρνιόσαστε κάθε μορφής δουλεία: ξεκινώντας από τους θεούς, συνεχίζοντας με τους νόμους και καταλήγοντας σ' εμένα, τον φύλακα των νόμων. Θα 'ταν τελείως παράλογο από μέρους μου να αγανακτήσω και να οργιστώ, όταν οι ίδιοι οι θεοί ανέχονται να βλέπουν έτσι ελεύθερη την πόλη και δεν την τιμωρούν. Γιατί ξέρετε καλά πως την ασέβεια που μου δείξατε τη μοιράστηκαν κι οι θεοί μαζί μου.
"Το Χι", λένε, "δεν αδίκησε την πόλη, ούτε το Κάππα." Δύσκολο να μπει κανείς στο νόημα αυτού του γρίφου που σκαρφίστηκε η σοφία σας. Βρήκα όμως εδώ στην πόλη σας ερμηνευτές κι έμαθα ότι τα γράμματα είναι αρχικά ονομάτων, και ότι το πρώτο σημαίνει τον Χριστό και το δεύτερο τον Κωνστάντιο. Ανεχθείτε με λοιπόν, που θα σας μιλήσω χωρίς να κρύψω τίποτα. Σε ένα πράγμα σας αδίκησε ο Κωνστάντιος, στο ότι δεν με σκότωσε όταν με έκανε καίσαρα, όσο για τα υπόλοιπα, ας δώσουν οι θεοί, μονάχα εσείς απ' όλους τους Ρωμαίους πολίτες να δοκιμάσετε την πλεονεξία του Κωνστάντιου, ή μάλλον των φίλων του. Γιατί ο ίδιος ο Κωνστάντιος και ξάδερφός μου ήταν και τον αγαπούσα. Αφότου εκείνος διάλεξε την έχθρα αντί για τη φιλία, και το αποτέλεσμα της διαμάχης μας κρίθηκε από τους θεούς με μεγάλη φιλανθρωπία, εγώ έγινα πιο πιστός φίλος του απ' ότι ο ίδιος θα περίμενε να γίνω πριν γίνει εχθρός μου. Γιατί λοιπόν νομίζετε ότι εγκωμιάζοντας αυτόν στεναχωράτε εμένα που στην πραγματικότητα δυσανασχετώ με όσους τον βρίζουν;
Επειδή αγαπάτε τον Χριστό, έχετε πολιούχο αυτόν αντί για τον Δία ή τον Δαφναίο Απόλλωνα ή την Καλλιόπη, όπως αποκάλυψε το σόφισμά σας. Οι Εμισηνοί, που έβαλαν φωτιά στους τάφους των Χριστιανών, αγαπούσαν το Χριστό; Στεναχώρησα εγώ ποτέ κανέναν από τους Εμισηνούς; Από σας βέβαια πολλούς, για να μη πω όλους: τη βουλή, τους πλούσιους, το λαό. Από τη μια ο λαός, που στην πλειοψηφία του ή μάλλον στο σύνολό του προτίμησε την αθεϊα, με απεχθάνεται γιατί με βλέπει να επιμένω στους ιερούς πατροπαράδοτους θεσμούς. Από την άλλη οι πλούσιοι γιατί τους απαγορεύω να πουλάνε τα πάντα σε υψηλές τιμές. Και όλοι μαζί (με απεχθάνεστε) εξ αιτίας των χορευτών και των θεάτρων: όχι ότι τα αποστερώ από κανέναν αλλά επειδή με ενδιαφέρουν λιγότερο απ' ό,τι τα βατράχια των βάλτων. Δεν έχω δίκιο μετά να κατηγοράω τον εαυτό μου, που σας έχω δώσει τόσες αφορμές να με μισείτε;

Αντίθετα. ο Κάτων ο Ρωμαίος -δεν έχω ιδέα πως ήταν τα γένια του- είναι άξιος επαίνων από κείνους που περηφανεύονται για τη σωφροσύνη, τη μεγαλοψυχία και κυρίως για την ανδρεία τους. Σαν έφτασε σ' αυτήν εδώ την πολυάνθρωπη, πολυτελή και πλούσια πόλη, βλέποντας τους εφήβους μαζί με τους άρχοντες παραταγμένους σαν τιμητική φρουρά, νόμισε πως οι πρόγονοί σας για χάρη του είχαν κάνει όλη εκείνη την προετοιμασία. Κατέβηκε αμέσως από το άλογο και προχώρησε, δυσαρεστημένος με τους φίλους του που είχαν προηγηθεί και που ειδοποίησαν τους πολίτες ότι έρχεται ο Κάτων, βάζοντάς τους να τρέξουν να τον υποδεχτούν. Ενώ βρισκόταν σ' αυτήν την κατάσταση, κάπως αμήχανος και αναψοκοκκινισμένος, τον ζυγώνει ο γυμνασίαρχος. "Ξένε", του λέει, "που είναι ο Δημήτριος;" Ο Δημήτριος ήταν ένας πρώην δούλος του Πομπήιου που είχε αποκτήσει πολύ μεγάλη περιουσία, αν επιθυμείτε να μάθετε πόσο μεγάλη (γιατί φαντάζομαι ότι από όλα όσα σας λέω, κυρίως αυτό σας ενδιαφέρει) θα αναφέρω το όνομα αυτού που τα έχει διηγηθεί. Ο Δαμόφιλος από τη Βιθυνία, που συλλέγοντας στοιχεία για τους περίεργους νέους και τους γέρους. Γιατί με τα γεράματα ξαναποκτούν οι άνθρωποι το ενδιαφέρον που είχαν στα νιάτα τους να ακούν αφηγήσεις, γι' αυτό κι οι ιστορίες αρέσουν το ίδιο και στους νέους και στους γέρους. Τέλος πάντων. Θέλετε να σας πω τι απάντησε ο Κάτων στον γυμνασίαρχο; Μην πείτε τώρα ότι προσβάλλω την πόλη σας, γιατί δεν είναι δικά μου τα λόγια. Ίσως να 'χει φτάσει στ' αυτιά σας η φήμη κάποιου από τη Χαιρώνεια που ανήκε στο τιποτένιο, όπως το λένε οι αλαζόνες, γένος των φιλοσόφων. Εγώ ο ίδιος δεν προέρχομαι από το γένος αυτό, αν και κάποτε, σπρωγμένος από την άγνοιά μου, επιθύμησα να γίνω μέλος του. Αυτός λοιπόν (ο Χαιρωνέας) το ΄βγαλε στη φόρα, ότι ο Κάτων δεν απάντησε τίποτα κι ότι είχε μείνει εμβρόντητος, και σα να 'χε αποχαζέψει έβγαλε μόνο μια φωνή: "Ω, την κακομοίρα την πόλη", και πήρε δρόμο.
Μην απορείτε λοιπόν που παθαίνω μαζί σας τα ίδια και γω, που είμαι άνθρωπος πιο απολίτιστος από τον Κάτωνα, πιο θρασύς και αυθάδης -όσοι οι Κέλτες από τους Ρωμαίους. Εκείνος έζησε ήπια και γέρασε στην πατρίδα του, ανάμεσα στους συμπολίτες του. Ενώ εμένα, αμέσως μόλις ενηλικιώθηκα, η μοίρα μ' έριξε στους Κέλτες και τους Γερμανούς και στα δάση της Ερκύνιας. Και πέρασα πολύν καιρό εκεί, ζώντας σαν κυνηγός που 'χει να κάνει μόνο με τ' άγρια θηρία. Και συνάντησα ανθρώπους με ήθη που δεν γνωρίζουν τις κολακείες και τα χάδια, παρά μόνο το απλό και ελεύθερο φέρσιμο, με τον ίδιο τρόπο απέναντι σε όλους. Μετά την ανατροφή που δέχτηκα από παιδί, σαν έγινα έφηβος, η πορεία που ακολούθησα περνούσε μέσα από τα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη (που δεν είναι καθόλου κατάλληλα να διαβάζονται από λαούς που νομίζουν ότι είναι οι πιο ευτυχισμένοι επειδή ζουν φιλήδονα), και σαν έγινα άντρας απόκτησα πείρα ανάμεσα στα πιο πολεμικά και θαρραλέα έθνη όπου οι άνθρωποι γνωρίζουν τη γαμήλια Αφροδίτη για να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά και τον μεθυπότη Διόνυσο για να πίνουν μετρημένα, όσο σηκώνει ο καθένας. Και στα θέατρά τους δεν υπάρχει ασέλγεια ούτε ύβρις. Κι ούτε κανένας χορεύει πάνω στην σκηνή τον κόρδακα. Υπάρχει και μια ιστορία πολύ πρόσφατη, για έναν Καππαδόκη που εξορίστηκε από δω και πήγε εκεί. Αυτός, έχοντας μεγαλώσει εδώ στην πόλη σας κοντά στον χρυσοχόο (φαντάζομαι, ξέρετε για ποιον λέω), έμαθε όπου έμαθε πως δεν είναι σωστό να συναναστρέφεται με γυναίκες αλλά με παιδιά (δεν ξέρω τι εμπειρίες είχε εδώ πέρα, ενεργητικές και παθητικές). Δεν είχε ούτε δυο μέρες που έφτασε εκεί στην αυλή του βασιλιά, και για να 'χει να θυμάται την Αντιόχεια κουβάλησε ένα σωρό χορευτές και άλλα τέτοια προϊόντα, τελικά χρειάστηκε κι έναν κοτυλιστή (ξέρετε τι δουλειά κάνει αυτός). Τον καλεί κι αυτόν να πάει από δω εκεί, γιατί λαχτάρησε και πεθύμησε τον σοβαρό τρόπο ζωής σας. Οι Κέλτες τον κοτυλιστή δεν τον γνώρισαν γιατί έγινε αμέσως δεκτός από τον βασιλιά. Τους χορευτές όμως, όταν άρχισαν να παρουσιάζουν την τέχνη τους μέσα στο θέατρο, σηκώθηκαν και τους παράστησαν, νομίζοντας ότι οι άνθρωποι είχαν πάθει κρίση νυμφοληψίας. Για κείνους εκεί τους ανθρώπους, όπως και για μένα, το θέατρο ήταν ολωσδιόλου γελοίο μόνο που εκεί, λίγα άτομα γελούσαν σε βάρος πολλών, ενώ εγώ εδώ μαζί με λίγους ακόμα, δίνω σε όλους την εντύπωση ότι είμαι γελοίος από κάθε άποψη.

Δεν αγανακτώ μ' αυτό το γεγονός. Θα 'μουν άδικος αν δεν έμενα ικανοποιημένος μ' αυτά που αντιμετωπίζω εδώ, δεδομένου ότι έχω δεχτεί με χαρά τα όσα είχε να μου προσφέρει η χώρα των Κελτών. Βλέπετε εκείνοι, επειδή μοιάζαμε στους τρόπους, με αγάπησαν τόσο που όχι μόνο τόλμησαν να πάρουν τα όπλα για χάρη μου αλλά και χρήματα που πρόσφεραν πολλά, κι όταν εγώ τ' αρνήθηκα, σχεδόν με ανάγκασαν να τα πάρω με το ζόρι, και με υπάκουγαν στο κάθε τι. Και το σπουδαιότερο είναι ότι από κείνους έφτασε εδώ σε σας η μεγάλη φήμη μου, κι όλοι με παίνευαν ότι ήμουν ανδρείος, συνετός, δίκαιος, όχι μόνο φοβερός πολεμιστής αλλά και ικανός να κυβερνήσω μέσα σε ειρηνικές συνθήκες, ευπρόσιτος, πράος. Ενώ εσείς από δω τους αντιγυρίσατε ότι έφερα τον κόσμο τ' απάνω κάτω (εγώ πάντως δεν κατάλαβα να αναποδογύρισα τίποτα, είτε επίτηδες είτε κατά λάθος). Επιπλέον, ότι με τα γένια μου θα πρεπε να πλέξω σχοινιά, και ότι πολεμώ το Χι ενώ εσάς σας έχει πιάσει μια σφοδρή επιθυμία για το Κάππα.
Μακάρι οι πολιούχοι θεοί της Αντιόχειας να σας χαρίσουν το Κάππα στο διπλάσιο, γιατί εκτός από αυτό συκοφαντήσατε και τις γειτονικές σας πόλεις, που είναι άγιες κι έχουν την ίδια με εμένα λατρεία, ότι δήθεν αυτές σκαρφίστηκαν τις κατηγορίες ενάντιά μου, ενώ ξέρω καλά ότι οι πόλεις αυτές μ' αγαπούν περισσότερο κι από τους γιους τους, πόλεις που ξανάχτισαν τα ιερά των θεών και κατάστρεψαν όλους τους τάφους των άθεων όταν τους έδωσα το σύνθημα πριν λίγο καιρό, τόσο πολύ συνεπάρθηκαν και υψώθηκε το φρόνημά τους, που καταδίωξαν όσους πρόσβαλλαν τους θεούς σε βαθμό που ο ίδιος δεν επιθυμούσα. Όσο για τα δικά σας: πολλοί από σας γκρέμισαν τους βωμούς των θεών που μόλις είχαν ανεγερθεί και η πραότητά μου σχεδόν καθόλου δεν τους έπεισε να καθήσουν φρόνιμα. Όταν απομάκρυνα το πτώμα από τη Δάφνη, κάποιοι από σας, απαλλάσοντας τον εαυτό τους από τις υποχρεώσεις προς τους θεούς, αφήσατε το τέμενος του Δαφναίου θεού στη διάθεση εκείνων που είχαν αγανακτήσει για τα λείψανα του νεκρού, ως αποζημίωση, κι αυτοί, είτε από απροσεξία είτε όχι, έβαλαν τέτοια φωτιά που στους ξένους που βρίσκονταν στην πόλη σας προκάλεσε φρίκη, στο λαό σας όμως έδωσε μεγάλη ευχαρίστηση, η δε βουλή σας, την αγνόησε και εξακολουθεί να την αγνοεί.

Βέβαια εγώ πίστευα ότι πριν ακόμα από την πυρκαγιά ο θεός είχε εγκαταλείψει το ναό, γιατί όταν πρωτομπήκα το αντιλήφθηκα από τα σημάδια που μου έδειξε το άγαλμα. Και για όσους δεν με πιστεύουν, καλώ μάρτυρα τον μέγα Ήλιο. Όμως θέλω να σας υπενθυμίσω και μιαν άλλη απεχθή μου πράξη και μετά, όπως το συνηθίζω, να κατηγορήσω και να μεμφθώ τον εαυτό μου και να αυτοταπεινωθώ αρκούντως. Τον δέκατο μήνα, σύμφωνα με τη δική σας αρίθμηση (νομίχω, Λώο τον ονομάζετε), είναι η πατροπαράδοτη εορτή αυτού του θεού, και θα έπρεπε επειγόντως να συγκεντρωθείτε στη Δάφνη. Εγώ ο ίδιος, άφησα το ναό του Κάσιου Δία κι έτρεξα για τη Δάφνη, νομίζοντας ότι επιτέλους εκεί, αν όχι πουθενά αλλού, θα με ικανοποιούσε η επίδειξη του πλούτου και της φιλοδοξίας σας.
Και σαν ονειροπαρμένος έπλαθα με το νου μου εικόνες: την πομπή, τα σφάγια, τις σπονδές, τον χορό να ψέλνει προς τιμή του θεο΄θ, τα θυμιάματα, τους έφηβους συγκεντρωμένους γύρω από το τέμενος, ψυχικά προετοιμασμένους, ντυμένους μεγαλόπρεπα με λευκές εσθήτες. Μόλις όμως μπήκα στον ιερό χώρο, ούτε θυμιάματα βρήκα ούτε πίτες ούτε ζώο για θυσία. Απόρησα για μια στιγμή και φαντάστηκα ότι βρισκόσασταν έξω και περιμένατε από μένα το σύνθημα, τιμώντας με ως αρχιερέα. Όταν όμως ρώτησα τον ιερέα τι θα θυσίαζε η πόλη σ' αυτήν την ετήσια γιορτή, εκείνος είπε: "Εγώ έφερα από το σπίτι μου μια χήνα για θυσία. Η πόλη για την ώρα δεν έχει κάνει καμιά προετοιμασία." Μετά απ' αυτό, εγώ που μου αρέσει να κάνω εχθρούς, έβγαλα στη βουλή έναν ολωσδιόλου ανάρμοστο λόγο, που ίσως δεν είναι παράλογο να τον υπενθυμίσω και τώρα. "Είναι φοβερό", είπα, "μια τόσο μεγάλη πόλη να παραμελεί τους θεούς περισσότερο κι από την τελευταία κωμόπολη στις εσχατιές του Πόντου: δέκα χιλιάδες κλήρους γης έχετε στην ιδιοκτησία σας, και στην ετήσια εορτή του θεού των πατέρων σας, που γίνεται για πρώτη φορά αφότου οι θεοί σκόρπισαν το σύννεφο της αθεϊας, δεν προσφέρετε για θυσία ούτε ένα πουλί, που θα 'πρεπε κάθε φυλή να θυσιάσει από ένα βόδι, κι αν δεν ήταν εύκολο αυτό, όλη η πόλη να προσφέρει στο θεό έναν ταύρο. Ο καθένας σας χαίρεται να καταξοδεύει στα δείπνα και στις γιορτές, και ξέρω καλά ότι πολλοί σκορπάτε ένα σωρό λεφτά τις μέρες του Μαϊουμά, για σας τους ίδιους όμως και για τη σωτηρία της πόλης σας δεν γίνεται καμιά θυσία, είτε από τον καθένα ιδιωτικά είτε δημόσια, μόνο ο ιερέας -που θα 'ταν πιο σωστό, πιστεύω, να γύριζε σπίτι του κουβαλώντας μερίδες από τα σφάγια που θα προσφέρατε στο θεό.
Οι θεοί έχουν ορίσει, οι ιερείς να τους τιμούν με τον καλό και αγαθό χαρακτήρα τους, με το να είναι ενάρετοι και να τελούν τις καθορισμένες λειτουργίες, οι δε πολίτες πρέπει να προσφέρουν θυσίες, είτε δημόσια είτε κατ' ιδίαν. Εσείς όμως αυτή τη στιγμή αφήνετε τις γυναίκες σας να κουβαλάνε μέσα από το σπίτι και να προσφέρουν τα πάντα στους Χριστιανούς, κι οι γυναίκες σας, ταϊζοντας τους φτωχούς με δικά σας έξοδα, παρουσιάζουν την αθεϊα σαν κάτι το θαυμάσιο σε όσους έχουν ανάγκη από τέτοιες προσφορές (κι αυτοί, νομίζω, αποτελούν την πλειονότητα του ανθρώπινου γένους). Κι εσείς που παραμελείτε τις οφειλόμενες τιμές στους θεούς, δε θεωρείτε τη στάση σας ανάρμοστη. Κι έτσι, κανείς από όσους έχουν ανάγκη δεν πηγαίνει στους ναούς γιατί δεν βρίσκει εκεί τίποτα να φάει.
Όταν γιορτάζονται τίποτα γενέθλια, ο οικοδεσπότης στρώνει πολυτελές τραπέζι για δείπνο και πρόγευμα και προσκαλεί τους φίλους και σε μια ετήσια γιορτή κανείς δεν αξιώθηκε να φέρει λάδι για το λυχνάρι του θεού ούτε σπονδή ούτε σφάγιο ούτε θυμίαμα. Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω πως είναι δυνατό να τα βλέπει αυτά ένας καλός άνθρωπος και να τα επιδοκιμάζει και πιστεύω ότι ούτε στους θεούς αρέσουν." Αυτά θυμάμαι να είπα τότε, και μάρτυρας των λόγων μου στάθηκε ο θεός -που μακάρι να μην το έκανε- όταν εγκατέλειψε το προάστιο που χρόνια το είχε υπό την προστασία του, εκτρέποντας τα μυαλά και βιάζοντας το χέρι των κυβερνώντων. Και επέσυρα το μίσος σας εγώ με την ανόητη συμπεριφορά μου.
Γιατί έπρεπε να σωπαίνω -όπως έκαναν πολλοί απ' όσους με συνόδευσαν ως εδώ- και να μην ανακατεύομαι παντού ούτε να σας επιτιμώ. Παρακινημένος όμως από την προπέτειά μου και από μια γελοία διάθεση να σας κολακεύσω (γιατί, μη νομίζετε πως εκείνα τα λόγια σας τα είπα από καλοσύνη, σας τα 'πα γιατί επιδίωκα ν' αποκτήσω φήμη ότι είμαι ευλαβής προς τους θεούς και ευμενής μαζί σας, αυτό κι αν δεν είναι γελοιωδέστατη κολακεία), σας έπρηξα στην πολυλογία δίχως να καταφέρω τίποτα. Καλά μου κάνατε λοιπόν και αντισταθήκατε στην επίθεσή μου μεταφέροντας το πεδίο μάχης αλλού. Εγώ σας κατάγγειλα υπό την σκέπη του θεού, χωρίς να απομακρυνθώ από το βωμό κι από τα ίχνη του αγάλματος -κι ήμουν ένας ανάμεσα σε λίγους. Ενώ εσείς μες στην αγορά, μπρος σ' όλο τον κόσμο, διαμέσου των πολιτών που 'χουν ταλέντο στα πειραχτικά ευφυολογήματα. Γιατί ξέρετε καλά πως αυτοί οι τελευταίο τα λένε μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο και πως όσοι ευχαριστιούνται να ακούνε τις προσβολές τους, απολαμβάνοντας τες εξ ίσου -και κοπιάζοντας λιγότερο από κείνους που τα λένε- συμμετέχουν στον ψόγο. Ολόκληρη η πόλη λοιπόν έχει πει ή έχει ακούσει όσες ειρωνίες έγιναν σε βάρος αυτής της ταλαίπωρης γενειάδας και αυτού του ανθρώπου που δεν έδειξε και δεν πρόκειτε να δείξει καλούς τρόπους. Γιατί αυτός δεν πρόκειται να σας επιδείξει τον τρόπο ζωής που εσείς ακολουθείτε και θέλετε να βλέπετε και σε κείνους που σας κυβερνούν.

Όσο για τις βρισιές με τις οποίες μεε λούσατε -δημόσια και ιδιωτικά- με στίχους αναπαίστων: τώρα που και γω ο ίδιος έχω κατηγορήσει τον εαυτό μου, σας επιτρέπω ακόμα μεγαλύτερη αθυροστομία, μιας και δεν πρόκειται απ' αφορμή αυτά να σας κάνω ποτέ κανένα κακό -να σφάξω κανέναν ή να χτυπήσω ή να αλυσοδέσω ή να φυλακίσω. Πως αυτό; Επειδή απέτυχα να σας χαρίσω ένα θέαμα -αφού και οι φίλοι μου και εγώ, με τη σωφροσύνη που δείξαμε, παρουσιάσαμε ένα θέαμα τρισάθλιο και αηδιαστικότατο για τα μάτια σας- σκέφτηκα να κάνω πίσω και να φύγω από την πόλη. Όχι γιατί έχω πειστεί ότι εκεί που θα πάω σίγουρα θα αρέσω, απλώς θεώρησα αυτονόητο, σε περίπτωση που δεν τα καταφέρω ούτε και σε κείνους να φανώ ωραίος και καλός, να δώσω σ' όλους μερίδιο από την απέχθεια που προκαλώ και να πάψω πια να ταράζω την ευτυχισμένη αυτή πόλη με τη δυσωδία της μετριότητάς μου και τη σωφροσύνη των φίλων μου. Κανείς μας άλλωστε δεν αγόρασε από σας ούτε χωράφι ούτε κήπο. Ούτε σπίτι έχτισε κανείς ούτε παντρεύτηκε ούτε συμπεθέριασε, ούτε ερωτευτήκαμε τους ωραίους σας ούτε ζηλέψαμε τα ασσυριακά πλούτη σας ούτε πήραμε μέρος στους φατριασμούς σας ούτε επιτρέψαμε σε κανένα αξιωματούχο σας να αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ προσκολλώμενος σ' εμάς ούτε αναγκάσαμε τον λαό να οργανώσει δείπνα και θέατρα -αυτό το λαό που του χαρίσαμε τόση καλοζωϊα που απαλλαγμένος από τη φτώχεια είχε την άνεση να σκαρώνει αναπαίστους ενάντια στον αίτιο της τόσης αφθονίας- ούτε καταγράψαμε τα αποθέματα σε χρυσό ούτε ζητήσαμε ασήμι ούτε τους φόρους αυξήσαμε, αντίθετα, έχουν μειωθεί για όλους οι συνηθισμένες εισφορές κατά τό ένα πέμπτο.
Επιπλέον, δεν μου φτάνει το να είμαι μόνο εγώ σώφρων, έχω και τον ανάλογο εισαγγελέα -έτσι πιστεύω τουλάχιστον, μα το Δία και τους θεούς- και καλά κάνατε και τον επιτιμήσατε: διότι γέρος όπως είναι και κάπως φαλακρός από μπροστά, από δυστροπία ντρέπεται να αφήσει τα υπόλοιπα μαλλιά του μακριά όπως έκαναν οι Άβαντες, σύμφωνα με την περιγραφή του Ομήρου. Κι έχω μαζί μου στο παλάτι δυο τρεις ακόμα ή και τέσσερις -κι αν θέλετε, κι έναν πέμπτο- που δεν είναι καθόλου κατώτεροι απ' αυτόν. Όσο για το θείο μου που 'ναι συνονόματός μου, δεν σας κυβέρνησε δικαιότατα, όσον καιρό του επιτρέψαν οι θεοί να μείνει μαζί μας; Δεν έφερε σε πέρας όλες τις υποθέσεις της πόλης με πολύ μεγάλη προνοητικότητα;

Θεωρούσα ότι η πραότητα κι η σωφροσύνη των αρχόντων είναι καλά πράγματα και ότι από μεριάς μου θα ήταν αρκετή μια τέτοια στάση ώστε να με δείτε με καλό μάτι. Αφού όμως δεν σας αρέσουν τα αχτένιστα μαλλιά μου και το μήκος της γενειάδας μου, το ότι δεν ζυγώνω στα θέατρα και τ' ότι έχω την αξίωση να 'ναι σοβαροί οι άνθρωποι μες στους ναούς και πάνω απ' όλα, αφού σας δυσαρεστεί το ότι ασχολούμαι με την απονομή της δικαιοσύνης και στέκομαι εμπόδιο στην πλεονεξία των εμπόρων, αποχωρώ με τη θέλησή μου από την πόλη σας. Δεν είναι εύκολο, βλέπετε, στα γεράματα ν' αλλάξει ο άνθρωπος χωρίς να πάθει ό,τι έπαθε και το γεράκι του μύθου. Λένε πως το γεράκι κάποτε κελαηδούσε σαν τ' άλλα πουλιά, επέβαλε όμως στον εαυτό του να χρεμετίζει σαν τα καθαρόαιμα άλογα, με αποτέλεσμα από τη μια να ξεχάσει την παλιά του φωνή κι από την άλλη να μην τα καταφέρνει στη μίμηση, και τελικά να στερηθεί και τις δυο φωνές κι η φωνή που βγάζει τώρα είναι χειρότερη όλων των άλλων πουλιών. Αυτό φροντίζω να μην πάθω και γω, δηλαδή να μην καταφέρνω ούτε χωριάτης να είμαι ούτε εκλεπτυσμένος. Όπως βλέπετε κι οι ίδιοι άλλωστε, κοντεύω να φτάσω, με το θέλημα των θεών, στην ηλικία όπου στα μαλλιά μου θ' ανακατευτούν άσπρες και μαύρες τρίχες, που λέει και ο Ανακρέων.
Ας είναι. Αλλά εξηγείστε μου, για όνομα του Διός Αγοραίου και πολιούχου, τους λόγους της αχαριστίας σας. Αδίκησα μέχρι τώρα κανέναν σας, είτε δημόσια είτε κατ' ιδίαν, κι επειδή δεν γίνεται να μ' εκδικηθείτε ανοιχτά, με κοροϊδεύετε με τραγουδάκια όπως οι κωμωδιογράφοι που τραβολογούν πάνω στη σκηνή και ξεφτιλίζουν τον Ηρακλή και τον Διόνυσο; Ή μήπως επειδή απέφυγα να σας κάνω κακό στην πράξη ενώ δεν απέφυγα να σας πω βαριές κουβέντες, πάτε να με εκδικηθείτε με τον ίδιο τρόπο; Ποιά είναι η αιτία της αντιπαλότητας και του μίσους που μου δείχνετε; Ξέρω καλά ότι δεν έκανα κανένα τρομερό ή ανεπανόρθωτο κακό, σε κανέναν από σας χωριστά ούτε σ' ολόκληρη την πόλη, ούτε είπα τίποτα πρόστυχο, παρά σας παίνεψα όσο μου ήταν επιτρεπτό και στάθηκα έντιμος μαζί σας, όπως θα έπραττε ο καθένας που θα επιθυμούσε, στο μέτρο του δυνατού, να κάνει το καλό στους ανθρώπους. Ξέρετε καλά πως δεν είναι δυνατό, ούτε οι φορολογούμενοι να απαλλαγούν τελείως ούτε να προσφέρω τα πάντα σε κείνους που 'χουν συνηθίσει μόνο να λαμβάνουν. Όταν γίνει γνωστό λοιπόν ότι από τη μια δεν έχω μειώσει τις δημόσιες δαπάνες που συνήθως επιβαρύνουν τον αυτοκράτορα, κι από την άλλη σας έχω απαλλάξει από αρκετούς φόρους, δεν θα μοιάζει, με αίνιγμα η υπόθεση;

Όμως το σωστό θα 'ταν να μη λέω λέξη για τα όσα έχω κάνει δημόσια για το σύνολο των υπηκόων μου, για να μη φανεί ότι σκόπιμα από μόνος μου υμνολογώ τον εαυτό μου, όταν μάλιστα έχω προαναγγείλει ότι θα τον λούσω μ' ένα σωρό αισχρές προσβολές, όσο για τις κατ' ιδίαν ενέργειές μου, μπορεί να ήταν θρασείς και ανόητες, δεν τους άξιζε όμως τόση αχαριστία από μεριάς σας, αξίζει όμως να τις μνημονεύω κι αυτές κοντά στις άλλες ντοπές μου -τόσο επειδή είναι χειρότερες από τις προηγούμενες μου, δηλαδή το χάλι των μαλλιών μου και τ' ότι ήμουν ανέραστος, όσο και επειδή είναι πιο αληθινές και ταιριάζουν τέλεια με την ψυχοσύνθεσή μου.
Προτού σας γνωρίσω σας παίνευα, όπως μου υπαγόρευε η φιλοδοξία μου, χωρίς να περιμένω πρώτα να σας δοκιμάσω και χωρίς να με απασχολήσει το πως θα τα πάμε μεταξύ μας. Επειδή σας θεωρούσα παιδιά Ελλήνων, κι επειδή θεωρώ και τον εαυτό μου Έλληνα ως προς τον τρόπο ζωής -αν και η καταγωγή μου είναι Θρακιώτικη-, υπέθετα ότι θα αγαπιόμασταν πολύ. Εδώ, ας μείνω με την ντροπή της βιασύνης. Στη συνέχεια, αφού μου στείλατε πρέσβεις -που έφτασαν τελευταίοι απ' όλους, προηγήθηκαν όλες οι άλλες πόλεις, ακόμα και οι Αλεξανδρινοί από την Αίγυπτο- σας απάλλαξα, ειδικά εσάς, από την καταβολή μεγάλων ποσοτήτων χρυσού και άργυρου και από πάμπολλους φόρους. Κατόπιν πρόσθεσα άλλες διακόσιες θέσεις βουλευτών στον κατάλογο της βουλής σας, χωρίς να τσιγκουνευτώ με κανέναν βουλευτή, γιατί είχα βάλει στόχο να κάνω την πόλη σας μεγαλύτερη και ισχυρότερη.
Σας έδωσα λοιπόν τη δυνατότητα να εκλέξετε τους πλουσιότερους από τους πολίτες που διαχειρίζονται τα έσοδα του δικού μου ταμείου και είναι υπεύθυνοι για την κοπή των νομισμάτων, εσείς όμως δεν εκλέξατε τους ικανούς ανάμεσά τους και βρήκατε ευκαιρία να προβείτε σε ενέργειες που θυμίζουν πόλη κάθε άλλο παρά ευνομούμενη -και που ούτως ή άλλως ταιριάζουν με τα ήθη σας. Θέλετε να σας θυμίσω μία; Κάποιον, αφού τον ονομάσατε βουλευτή, πριν ακόμα γραφτεί στον κατάλογο και ενώ εκκρεμούσε ακόμα η εκλογή του, του αναθέσατε λειτούργημα. Κάποιον άλλον, έναν φτωχό άνθρωπο που οπουδήποτε αλλού δεν θα του 'διναν σημασία, εσείς, επειδή με το παραπανίσιο μυαλό που έχετε ανταλλάζετε το χρυσάφι με σκουπίδια, τον μαζέψατε μέσα από την αγορά, του δώσατε περιουσία και τον εκλέξατε συνάδελφό σας. Ένα σωρό τέτοιες ατασθαλίες κάνατε σχετικά με τους διορισμούς κι επειδή εγώ δεν συγκατατέθηκα σε όλες, για τα όσα καλά έχω κάνει δεν άκουσα ευχαριστώ και για τα όσα με αίσθημα απέφυγα να κάνω, έγινα μισητός.

Τα παραπάνω βέβαια είναι μηδαμινά πράγματα και δεν θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν την πόλη εναντίον μου, ενώ το χειρότερο κακό που σας έκανα και που προκάλεσε το μεγάλο μίσος ήταν τότε που ο λαός βρισκόταν μαζεμένος μες το θέατρο και με το που έφτασα εγώ έβγαλε την ιαχή, "Τα πάντα είναι άφθονα, τα πάντα είναι πανάκριβα", επειδή ένιωσε να πνίγεται από τους πλούσιους. Την άλλη μέρα κουβέντιασα με τους ισχυρούς της πόλης σας, προσπαθώντας να τους πείσω ότι είναι καλύτερο να ωφελήσουν τους πολίτες και τους ξένους με το να μη επιδιώκουν τα άδικα κέρδη. Εκείνοι υποσχέθηκαν ότι θα τακτοποιούσαν το ζήτημα. Επί τρεις μέρες έκανα τα στραβά μάτια και περίμενα, εκείνοι όμως ολιγωρούσαν σε σημείο που δεν θα το περίμενε κανείς.
Κι επειδή το 'βλεπα πως το παράπονο του λαού ήταν αληθινό και ότι η αγορά δεν έπασχε από ανεπάρκεια αλλά από την απληστία των πλουσίων, όρισα λογικές τιμές για το κάθε τι, και την ενέργειά μου αυτή την γνωστοποίησα σε όλους. Επειδή όμως υπήρχαν σε αφθονία και το κρασί και το λάδι κι όλα τα άλλα εκτός από το σιτάρι -λόγω της φοβερής καταστροφής που προκάλεσε η ξηρασία-, σκέφτηκα να στείλω ανθρώπους στη Χαλκίδα, την Ιεράπολη και τις γύρω πόλεις και εισήγαγα τετρακόσιες χιλιάδες μέτρα. Όταν καταναλώθηκε κι αυτό, στην αρχή διέθεσα πέντε χιλιάδες, μετά εφτά και τέλος δέκα χιλιάδες μόδιους, (στο εξής αυτή είναι η ονομασία του μέτρου σ' όλη τη χώρα). Όλη αυτή η ποσότητα ανήκε σε μένα. Έδωσα στην πόλη από το σιτάρι που μου είχε έρθει απ' την Αίγυπτο, χρεώνοντας τα δεκαπέντε μέτρα στην τιμή που μέχρι πρότινος κόστιζαν τα δέκα μέτρα. Αν αυτά τα δέκα μέτρα το καλοκαίρι σας κόστιζαν τόσο, πόσο θα 'πρεπε να υπολογίσετε ότι θα τα πληρώνατε την εποχή που όπως λέει και ο Βοιωτός ποιητής, "είναι σκληρό πράγμα η πείνα μές στον σπίτι". Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι στην τιμή αυτή θ' αγοράζατε πέντε μέτρα με τα χίλια ζόρια και θα 'σασταν και ευχαριστημένοι, ύστερα από τέτοιο χειμώνα; Τι είχαν κάνει οι πλούσιοι της πόλης σας; Από τη μια πουλούσαν κρυφά το στάρι έξω από την πόλη σε υπερβολική τιμή κι από την άλλη φόρτωσαν τα δικά τους έξοδα στο κοινό. Κι όχι μόνο η πόλη αλλά κι οι περισσότεροι αγρότες τρέχουν ν' αγοράσουν ψωμί μιας κι είναι το μόνο που υπάρχει σε αφθονία κι είναι φτηνό. Κι όμως, ποιος από σας θυμάται να ευημερεί η πόλη τόσο ώστε να πουλιούνται τα δεκαπέντε μέτρα σιτάρι για ένα χρυσό νόμισμα;

Γι' αυτή μου την πράξη με μισήσατε: που δεν επέτρεψα να σας πουλάνε το κρασί, τα λαχανικά και τα φρούτα για χρυσάφι, και το κρυμμένο στις αποθήκες σιτάρι ξαφνικά να το μετατρέπετε για χάρη τους σε χρυσάφι και ασήμι. Εκείνοι βέβαια το μοσχοπούλησαν έξω από την πόλη κι έκαναν εδώ τον κόσμο να υποφέρει από την πείνα που λιώνει τους θνητούς όπως είπε ο θεός που κατηγόρησε εκείνους που έκαναν παρόμοια πράγματα.
Τώρα στην πόλη υπάρχει αφθονία στο ψωμί μονάχα και σε τίποτα άλλο. Βέβαια, το ήξερα και τότε που τα έκανα αυτά ότι δεν θα γινόμουν αρεστός σε όλους, μα δε μ' ένοιαζε. Γιατί πίστευα ότι έπρεπε να βοηθήσω το αδικημένο πλήθος καθώς και τους ξένους που κατέφθαναν εδώ με απόφαση δική μου και των αξιωματούχων που βρίσκονται μαζί μου. Αλλά επειδή αφ' ενός αυτοί θα αναχωρήσουν, απ' ό,τι ξέρω, κι αφ' ετέρου η πόλη σας απέναντί μου είναι ομόφωνη (γιατί οι μεν με μισούν ενώ οι άλλοι που φάγαν ψωμί από τα χέρια μου δείχνουν αχαριστία), τα αφήνω όλα στην κρίση της Αδράστειας, και θα φύγω να πάω σε άλλο έθνος κι άλλον λαό, χωρίς να θυμίσω αυτά που κάνατε μεταξύ σας πριν εννιά χρόνια για να βρείτε το δίκιο, τότε που ο λαός ξεσηκώθηκε με φωνές κι έβαλε φωτιά στα σπίτια των δυνατών και σκότωσε τον κυβερνήτη κι ύστερα τιμωρήθηκε, επειδή παρ' ότι δίκαια είχε οργισθεί, ξεπέρασε με τις πράξεις του κάθε μέτρο.

Μα, για τους θεούς, για ποιο πράγμα αντιμετωπίζω τόση αχαριστία; Για το ότι σας έθρεψα, και μάλιστα τόσο απλόχερα, από την προσωπική μου περιουσία, πράγμα που δεν έχει ξαναγίνει μέχρι τώρα σε καμιά πόλη; Για το ότι μεγάλωσα τον κατάλογο των βουλευτών; Για το ότι δεν σας τιμώρησα όταν σας έπιασα να κλέβετε; Να σας θυμίσω ένα δυο πράγματα, για να μη νομίσει κανείς ότι τα παραπάνω είναι σχήμα λόγου και ρητορείες και ψέματα; Είπατε ότι τρεις χιλιάδες κλήροι γης, αν θυμάμαι καλά, ήταν ακαλλιέργητοι και ζητήσατε να τους πάρετε, και όταν τους πήρατε τους μοιραστήκατε μεταξύ σας όσοι δεν τους είχατε ανάγκη. Αυτό αποδείχτηκε ξεκάθαρα ύστερα από έρευνα. Τότε εγώ αφού αφαίρεσα τους κλήρους από όσους τους κρατούσαν άδικα -και χωρίς να προχωρήσω σε έρευνες για τη γη που είχαν αποκτήσει παλιότερα και για την οποία δεν πλήρωναν φόρους ενώ όφειλαν να πληρώνουν-, τους ανέθεσα τις πιο δαπανηρές λειτουργίες της πόλης.
Ακόμα και τώρα, αυτοί που εκτρέφουν άλογα έχουν κοντά στους τρεις χιλιάδες κλήρους, για τους οποίους κάθε χρόνο απαλλάσονται από τη φορολογία. Κι αυτό το χρωστάτε στην κρίση και διακυβέρνηση του θείου μου και συνονόματου μου αλλά και σε μένα, που επειδή έτσι τιμωρώ τους απατεώνες και τους κλέφτες, είναι φυσικό να σας φαίνεται ότι έφερα τον κόσμο τ' απάνω κάτω. Γιατί ξέρετε καλά πως η επιείκεια προς τους απατεώνες και τους κλέφτες αυξάνει και δυναμώνει την κακία ανάμεσα στους ανθρώπους.
Να λοιπόν που τα λόγια μου καταλήγουν πάλι στο σημείο όπου ήθελα να φτάσω. Δηλαδή στο ότι υπαίτιος για όλα τα κακά που μου συμβαίνουν είμαι εγώ, που χαρίζω την εύνοιά μου σε αχάριστους χαρακτήρες. Δεν φταίει η ελευθεριότητά σας, φταίει η δική μου ανοησία. Από τώρα και στο εξής, βέβαια, θα προσπαθήσω να είμαι πιο συνετός απέναντί σας, όσο για σας, μακάρι οι θεοί να σας ανταποδώσουν στο ακέραιο την εύνοια και την τιμή που μου δείξατε. 
THE EMPEROR JULIAN
MISPOGON
INTRODUCTION
Julian came to Antioch on his way to Persia in the autumn of 361 and stayed there till March, 362. The city was rich and important commercially, but in Julian's eyes her glory depended on two things, the famous shrine of Apollo and the school of rhetoric; and both of these had been neglected by the citizens during the reign of Constantius. A Christian church had been built in Apollo's grove in the suburb of Daphne, and Libanius, Antioch's most distinguished rhetorician, was more highly honored at Nicomedia. Julian's behavior at Antioch and his failure to ingratiate himself with the citizens illustrates one of the causes of the failure of his Pagan restoration. His mistake was that he did not attempt to make Paganism popular, whereas Christianity had always been democratic. He is always reminding the common people that the true knowledge of the gods is reserved for philosophers; and even the old conservative Pagans did not share his zeal for philosophy. Antioch moreover was a frivolous city. The Emperor Hadrian three centuries earlier had been much offended by the levity of her citizens, and the homilies of St. Chrysostom exhibit the same picture as Julian's satire. His austere personality and mode of life repelled the Syrian populace and the corrupt officials of Antioch. They satirised him in anapaestic verses, and either stayed away from the temples that he restored or, when they did attend in response to his summons, showed by their untimely applause of the Emperor that they had not come to worship his gods. Julian's answer was this satire on himself which he addresses directly to the people of Antioch. But he could not resist scolding them, and the satire on his own habits is not consistently maintained. After he had left the city the citizens repented and sent a deputation to make their peace with him, but in spite of the intercession of Libanius, who had accompanied him to Antioch, he could not forgive the insults to himself or the irreverence that had been displayed to the gods.

The Translation:
Anacreon the poet composed many delightful songs; for a luxurious life was allotted to him by the Fates. But Alcaeus and Archilochus of Paros the god did not permit to devote their muse to mirth and pleasure. For constrained as they were to endure toil, now of one sort, now of another, and by abusing those who wronged them they lightened the burdens imposed on them by Heaven. But as for me, the law forbids me to accuse by name those who, though I have done them no wrong, try to show their hostility to me; and on the other hand the fashion of education that now prevails among the well-born deprives me of the use of the music that consists in song. For in these days men think it more degrading to study music than once in the past they thought it to be rich by dishonest means. Nevertheless I will not on that account renounce the aid that it is in my power to win from the Muses. Indeed I have observed that even the barbarians across the Rhine sing savage songs composed in language not unlike the croaking of harsh-voiced birds, and that they delight in such songs. For I think it is always the case that inferior musicians, though they annoy their audiences, give very great pleasure to themselves. And with this in mind I often say to myself, like Ismenias -- for though my talents are not equal to his, I have as I persuade myself a similar independence of soul -- "I sing for the Muses and myself."

However the song that I now sing has been composed in prose, and it contains much violent abuse, directed not, by Zeus, against others -- how could it be, since the law forbids? -- but against the poet and author himself. For there is no law to prevent one's writing either praise or criticism of oneself. Now as for praising myself, though I should be very glad to do so, I have no reason for that; but for criticising myself I have countless reasons, and first I will begin with my face. For though nature did not make this any too handsome or well-favoured or give it the bloom of youth, I myself out of sheer perversity and ill-temper have added to it this long beard of mine, to punish it, as it would seem, for this very crime of not being handsome by nature. For the same reason I put up with the lice that scamper about in it as though it were a thicket for wild beasts. As for eating greedily or drinking with my mouth wide open, it is not in my power; for I must take care, I suppose, or before I know it I shall eat up some of my own hairs along with my crumbs of bread. In the matter of being kissed and kissing I suffer no inconvenience whatever. And yet for this as for other purposes a beard is evidently troublesome, since it does not allow me to press shaven "lips to other lips more sweetly" -- because they are smooth, I suppose -- as has been said already by one of those who with the aid of Pan and Calliope composed poems in honour of Daphnis. But you say that I ought to twist ropes from it. Well I am willing to provide you with ropes if only you have the strength to pull them and their roughness does not do dreadful damage to your "unworn and tender hands." And let no one suppose that I am offended by your satire. For I myself furnish you with an excuse for it by wearing my chin as goats do, when I might, I suppose, make it smooth and bare as handsome youths wear theirs, and all women, who are endowed by nature with loveliness. But you, since even in your old age you emulate your own sons and daughters by your soft and delicate way of living, or perhaps by your effeminate dispositions, carefully make your chins smooth, and your manhood you barely reveal and slightly indicate by your foreheads, not by your jaws as I do.

But as though the mere length of my beard were not enough, my head is dishevelled besides, and I seldom have my hair cut or my nails, while my fingers are nearly always black from using a pen. And if you would like to learn something that is usually a secret, my breast is shaggy, and covered with hair, like the breasts of lions who among wild beasts are monarchs like me, and I have never in my life made it smooth, so ill-conditioned and shabby am I, nor have I made any other part of my body smooth or soft. If I had a wart like Cicero, I should tell you so; but as it happens I have none. And by your leave I will tell you something else. I am not content with having my body in this rough condition, but in addition the mode of life that I practise is very strict indeed. I banish myself from the theatres, such a dolt am I, and I do not admit the thymele within my court except on the first day of the year, because I am too stupid to appreciate it; like some country fellow who from his small means has to pay a tax or render tribute to a harsh master. And even when I do enter the theatre I look like a man who is expiating a crime. Then again, though I am entitled a mighty Emperor, I employ no one to govern the mimes and chariot-drivers as my lieutenant or general throughout the inhabited world. And observing this recently, "You now recall that youth of his, his wit and wisdom."
Perhaps you had this other grievance and clear proof of the worthlessness of my disposition -- for I keep on adding some still more strange characteristics -- I mean that I hate horse-races as men who owe money hate the market-place. Therefore I seldom attend them, only during the festivals of the gods; and I do not stay the whole day as my cousin used to do, and my uncle and my brother and my father's son. Six races are all that I stay to see, and not even those with the air of one who loves the sport, or even, by Zeus, with the air of one who does not hate and loathe it, and I am glad to get away.
But all these things are externals; and indeed what a small fraction of my offences against you have I described! But to turn to my private life within the court. Sleepless nights on a pallet and a diet that is anything rather than surfeiting make my temper harsh and unfriendly to a luxurious city like yours. However it is not in order to set an example to you that I adopt these habits. But in my childhood a strange and senseless delusion came over me and persuaded me to war against my belly, so that I do not allow it to fill itself with a great quantity of food. Thus it has happened to me most rarely of all men to vomit my food. And though I remember having this experience once, after I became Caesar, it was by accident and was not due to over-eating. It may be worth while to tell the story which is not in itself very graceful, but for that very reason is especially suited to me.

I happened to be in winter quarters at my beloved Lutetia -- for that is how the Celts call the capital of the Parisians. It is a small island lying in the river; a wall entirely surrounds it, and wooden bridges lead to it on both sides. The river seldom rises and falls, but usually is the same depth in the winter as in the summer season, and it provides water which is very clear to the eye and very pleasant for one who wishes to drink. For since the inhabitants live on an island they have to draw their water chiefly from the river. The winter too is rather mild there, perhaps from the warmth of the ocean, which is not more than nine hundred stades distant, and it may be that a slight breeze from the water is wafted so far; for sea water seems to be warmer than fresh. Whether from this or from some other cause obscure to me, the fact is as I say, that those who live in that place have a warmer winter. And a good kind of vine grows thereabouts, and some persons have even managed to make fig-trees grow by covering them in winter with a sort of garment of wheat straw and with things of that sort, such as are used to protect trees from the harm that is done them by the cold wind. As I was saying then, the winter was more severe than usual, and the river kept bringing down blocks like marble. You know, I suppose, the white stone that comes from Phrygia; the blocks of ice were very like it, of great size, and drifted down one after another; in fact it seemed likely that they would make an unbroken path and bridge the stream. The winter then was more inclement than usual, but the room where I slept was not warmed in the way that most houses are heated, I mean by furnaces underground; and that too though it was conveniently arranged for letting in heat from such a fire. But it so happened I suppose, because I was awkward then as now, and displayed inhumanity first of all, as was natural, towards myself. For I wished to accustom myself to bear the cold air without needing this aid. And though the winter weather prevailed and continually increased in severity, even so I did not allow my servants to heat the house, because I was afraid of drawing out the dampness in the walls; but I ordered them to carry in fire that had burned down and to place in the room a very moderate number of hot coals. But the coals, though there were not very many of them, brought out from the walls quantities of steam and this made me fall asleep. And since my head was filled with the fumes, I was almost choked. Then I was carried outside, and since the doctors advised me to throw up the food I had just swallowed, -- and it was little enough, by Zeus, -- I vomited it and at once became easier, so that I had a more comfortable night, and next day could do whatever I pleased.

After this fashion, then, even when I was among the Celts, like the ill-tempered man in Menander, "I myself kept heaping troubles on my own head." But whereas the boorish Celts used easily to put up with these ways of mine, they are naturally resented by a prosperous and gay and crowded city in which there are numerous dancers and flute players and more mimes than ordinary citizens, and no respect at all for those who govern. For the blush of modesty befits the unmanly, but manly fellows like you it befits to begin your revels at dawn, to spend your nights in pleasure, and to show not only by your words but by your deeds also that you despise the laws. For indeed it is only by means of those in authority that the laws inspire fear in men; so that he who insults one who is in authority, over and above this tramples on the laws. And that you take pleasure in this sort of behaviour you show clearly on many occasions, but especially in the market-places and theatres; the mass of the people by their clapping and shouting, while those in office show it by the fact that, on account of the sums they have spent on such entertainments, they are more widely known and more talked about by all men than Solon the Athenian ever was on account of his interview with Croesus the king of the Lydians. And all of you are handsome and tall and smooth-skinned and beardless; for young and old alike you are emulous of the happiness of the Phaeacians, and rather than righteousness you prefer "changes of raiment and warm baths and beds."
"What then?" you answer, "did you really suppose that your boorish manners and savage ways and clumsiness would harmonise with these things? O most ignorant and quarrelsome of men, is it so senseless then and so stupid, that puny soul of yours which men of poor spirit call temperate, and which you forsooth think it your duty to adorn and deck out with temperance? You are wrong; for in the first place we do not know what temperance is and we hear its name only, while the real thing we cannot see. But if it is the sort of thing that you must now practise, if it consists in knowing that men must be enslaved to the gods and the laws, in behaving with fairness to those of equal rank and bearing with mildness any superiority among them; in studying and taking thought that the poor may suffer no injustice whatever at the hands of the rich; and, to attain this, in putting up with all the annoyances that you will naturally often meet with, hatred, anger, and abuse; and then in bearing these also with firmness, and not resenting them or giving way to your anger, but in training yourself as far as possible to practise temperance; and if again this also one defines as the effect of temperance that one abstains from every pleasure even though it be not excessively unbecoming or considered blameworthy when openly pursued, because you are convinced that it is impossible for a man to be temperate in his private life and in secret, if in public and openly he is willing to be licentious and delights in the theatres; if, in short, temperance is really this sort of thing, then you yourself have ruined yourself and moreover you are ruining us, who cannot bear in the first place even to hear the name of slavery, whether it be slavery to the gods or the laws. For sweet is liberty in all things!
"But what an affectation of humility is yours! You say that you are not our master and you will not let yourself be so called, nay more, you resent the idea, so that you have actually persuaded the majority of men who have long grown accustomed to it, to get rid of this word 'government' as though it were something invidious; and yet you compel us to be enslaved to magistrates and laws. But how much better it would be for you to accept the name of master, but in actual fact to allow us to be free, you who are so very mild about the names we use and very strict about the things we do! Then again you harass us by forcing the rich to behave with moderation in the lawcourts, though you keep the poor from making money by informing. And by ignoring the stage and mimes and dancers you have ruined our city, so that we get no good out of you except your harshness; and this we have had to put up with these seven months, so that we have left it to the old crones who grovel among the tombs to pray that we may be entirely rid of so great a curse, but we ourselves have accomplished it by our own ingenious insolence, by shooting our satires at you like arrows. How, noble sir, will you face the darts of Persians, when you take flight at our ridicule?"

Come, I am ready to make a fresh start in abusing myself. "You, sir, go regularly to the temples, ill-tempered, perverse and wholly worthless as you are! It is your doing that the masses stream into the sacred precincts, yes and most of the magistrates as well, and they give you a splendid welcome, greeting you with shouts and clapping in the precincts as though they were in the theatres. Then why do you not treat them kindly and praise them? Instead of that you try to be wiser in such matters than the Pythian god, and you make harangues to the crowd and with harsh words rebuke those who shout. These are the very words you use to them: 'You hardly ever assemble at the shrines to do honour to the gods, but to do me honour you rush here in crowds and fill the temples with much disorder. Yet it becomes prudent men to pray in orderly fashion, and to ask blessings from the gods in silence. Have you never heard Homer's maxim, "In silence, to yourselves" --, or how Odysseus checked Eurycleia when she was stricken with amazement by the greatness of his success, "Rejoice, old woman, in thy heart, and restrain thyself, and utter no loud cry"? And again, Homer did not show us the Trojan women praying to Priam or to any one of his daughters or sons, nay not even to Hector himself (though he does indeed say that the men of Troy were wont to pray to Hector as a god); but in his poems he did not show us either women or men in the act of prayer to him, but he says that to Athene all the women lifted up their hands with a loud cry, which was in itself a barbaric thing to do and suitable only for women, but at any rate it displayed no impiety to the gods as does your conduct. For you applaud men instead of the gods, or rather instead of the gods you flatter me who am a mere man. But it would be best, I think, not to flatter even the gods but to worship them with temperate hearts.'"

See, there I am again, busy with my usual phrase-making! I do not even allow myself to speak out at random fearlessly and freely, but with my usual awkwardness I am laying information against myself. It is thus and in words like these that one ought to address men who want to be free not only with respect to those who govern them but to the gods also, in order that one may be considered well-disposed towards them, "like an indulgent father," even though one is by nature an ill-conditioned person like myself: "Bear with them then, when they hate and abuse you in secret or even openly, since you thought that those who applauded you with one accord in the temples were only flattering you. For surely you did not suppose that you would be in harmony with the pursuits or the lives or the temperaments of these men. I grant that. But who will bear with this other habit of yours? You always sleep alone at night, and there is no way of softening your savage and uncivilised temper -- since all avenues are closed to anything that might sweeten your disposition, -- and the worst of all these evils is that you delight in living that sort of life and have laid pleasure under a general ban. Then can you feel aggrieved if you hear yourself spoken of in such terms? No, you ought to feel grateful to those who out of kindness of heart admonish you wittily in anapaestic verse to shave your cheeks smooth, and then, beginning with yourself, first to show to this laughter-loving people all sorts of fine spectacles, mimes, dancers, shameless women, boys who in their beauty emulate women, and men who have not only their jaws shaved smooth but their whole bodies too, so that those who meet them may think them smoother than women; yes and feasts too and general festivals, not, by Zeus, the sacred ones at which one is bound to behave with sobriety. No, we have had enough of those, like the oak tree in the proverb; we are completely surfeited with them. The Emperor sacrificed once in the temple of Zeus, then in the temple of Fortune; he visited the temple of Demeter three times in succession." (I have in fact forgotten how many times I entered the shrine of Daphne, which had been first abandoned owing to the carelessness of its guardians, and then destroyed by the audacious acts of godless men.) "The Syrian New Year arrived, and again the Emperor went to the temple of Zeus the Friendly One. Then came the general festival, and the Emperor went to the shrine of Fortune. Then, after refraining on the forbidden day, again he goes to the temple of Zeus the Friendly One, and offers up prayers according to the custom of our ancestors. Now who could put up with an Emperor who goes to the temples so often, when it is in his power to disturb the gods only once or twice, and to celebrate the general festivals which are for all the people in common, those in which not only men whose profession it is to have knowledge of the gods can take part, but also the people who have crowded into the city? For pleasure is here in abundance, and delights whose fruits one could only enjoy continuously; for instance the sight of men and pretty boys dancing, and any number of charming women."

When I take all this into account, I do indeed congratulate you on your good fortune, though I do not reproach myself. For perhaps it is some god who has made me prefer my own ways. Be assured then that I have no grievance against those who quarrel with my way of life and my choice. But I myself add, as far as I can, to the sarcasms against myself and with a more liberal hand I pour down on my own head these abusive charges. For it was due to my own folly that I did not understand what has been the temper of this city from the beginning; and that too though I am convinced that I have turned over quite as many books as any man of my own age. You know of course the tale that is told about the king who gave his name to this city -- or rather whose name the city received when it was colonised, for it was founded by Seleucus, though it takes its name from the son of Seleucus --; they say then that out of excessive softness and luxury the latter was constantly falling in love and being loved, and finally he conceived a dishonourable passion for his own step-mother. And though he wished to conceal his condition he could not, and little by little his body began to waste away and to become transparent, and his powers to wane, and his breathing was feebler than usual. But what could be the matter with him was, I think, a sort of riddle, since his malady had no visible cause, or rather it did not even appear what was its nature, though the youth's weakness was manifest. Then the physician of Samos was set a difficult problem, namely to discover what was the nature of the malady. Now he, suspecting from the words of Homer what is the nature of "cares that devour the limbs," and that in many cases it is not a bodily weakness but an infirmity of soul that causes a wasting of the body; and seeing moreover that the youth was very susceptible to love because of his time of life and his habits, he took the following way of tracking down the disease. He sat near the youth's couch and watched his face, after ordering handsome youths and women to walk past him, beginning with the queen herself. Now when she entered, apparently to see how he was, the young man at once began to show the symptoms of his malady. He breathed like one who is being choked; for though he was very anxious to control his agitated breathing, he could not, but it became disordered, and a deep blush spread over his face. The physician on seeing this laid his hand to his breast, and found that his heart was beating terribly fast and was trying to burst forth from his breast. Such were his symptoms while she was present; but when she had gone away and others came in he remained calm and was like a man in a normal state of health. Then Erasistratus saw what ailed him and told the king, and he out of love for his son said that he would give up his wife to him. Now the youth for the moment refused; but when his father died not long after, he sought with the greatest vehemence the favour which he had so honourably refused when it was first offered to him.

Now since this was the conduct of Antiochus, I have no right to be angry with his descendants when they emulate their founder or him who gave his name to the city. For just as in the case of plants it is natural that their qualities should be transmitted for a long time, or rather that, in general, the succeeding generation should resemble its ancestors; so too in the case of human beings it is natural that the morals of descendants should resemble those of their ancestors. I myself, for instance, have found that the Athenians are the most ambitious for honour and the most humane of all the Greeks. And indeed I have observed that these qualities exist in an admirable degree among all the Greeks, and I can say for them that more than all other nations they love the gods, and are hospitable to strangers; I mean all the Greeks generally, but among them the Athenians above all, as I can bear witness. And if they still preserve in their characters the image of their ancient virtue, surely it is natural that the same thing should be true of the Syrians also, and the Arabs and Celts and Thracians and Paeonians, and those who dwell between the Thracians and the Paeonians, I mean the Mysians on the very banks of the Danube, from whom my own family is derived, a stock wholly boorish, austere, awkward, without charm and abiding immovably by its decisions; all of which qualities are proofs of terrible boorishness.
I therefore ask for forgiveness, in the first place for myself, and in my turn I grant it to you also since you emulate the manners of your forefathers, nor do I bring it against you as a reproach when I say that you are "Liars and dancers, well skilled to dance in a chorus"; on the contrary it is in the place of a panegyric that I ascribe to you emulation of the practice of your forefathers. For Homer too is praising Autolycus when he says that he surpassed all men "in stealing and perjury." And as for my own awkwardness and ignorance and ill-temper, and my inability to be influenced, or to mind my own business when people beg me to do so or try to deceive me and that I cannot yield to their clamour -- even such reproaches I gladly accept. But whether your ways or mine are more supportable is perhaps clear to the gods, for among men there is no one capable of arbitrating in our disagreement. For such is our self-love that we shall never believe him, since everyone of us naturally admires his own ways and despises those of other men. In fact he who grants indulgence to one whose aims are the opposite of his own is, in my opinion, the most considerate of men.

But now I come to ponder the matter I find that I have committed yet other terrible sins. For though I was coming to a free city which cannot tolerate unkempt hair, I entered it unshaven and with a long beard, like men who are at a loss for a barber. One would have thought it was some Smicrines he saw, or some Thrasyleon, some ill-tempered old man or crazy soldier, when by beautifying myself I might have appeared as a blooming boy and transformed myself into a youth, if not in years, at any rate in manners and effeminacy of features. "You do not know," you answer, "how to mix with people, and you cannot approve of the maxim of Theognis, for you do not imitate the polypus which takes on the colours of the rocks. Nay rather you behave to all men with the proverbial Myconian boorishness and ignorance and stupidity. Are you not aware that we here are far from being Celts or Thracians or Illyrians? Do you not see what a number of shops there are in this city? But you are hated by the shopkeepers because you do not allow them to sell provisions to the common people and those who are visiting the city at a price as high as they please. The shopkeepers blame the landowners for the high prices; but you make these men also your enemies, by compelling them to do what is just. Again, those who hold office in the city are subject to both penalties; I mean that just as, before you came, they obviously used to enjoy profits from both sources, both as landowners and as shopkeepers, so naturally they are now aggrieved on both accounts, since they have been robbed of their profits from both sources. Then the whole body of Syrian citizens are discontented because they cannot get drunk and dance the cordax. You, however, think that you are feeding them well enough if you provide them with plenty of corn. Another charming thing about you is that you do not even take care that the city shall have shell- fish. Nay more, when someone complained the other day that neither shell-fish nor much poultry could be found in the market, you laughed very maliciously and said that a well- conducted city needs bread, wine and olive oil, but meat only when it is growing luxurious. For you said that even to speak of fish and poultry is the extreme of luxury and of profligacy such as was beyond the reach of even the suitors in Ithaca; and that anyone who did not enjoy eating pork and mutton would fare very well if he took to vegetables. You must have thought that you were laying down these rules for Thracians, your own fellow citizens, or for the uncultured people of Gaul who -- so much the worse for us! -- trained you to be 'a heart of maple, a heart of oak,' though not indeed 'one who fought at Marathon' also, but rather to be half of you an Acharnian and altogether an unpleasant person and an ungracious fellow. Would it not be better that the market place should be fragrant with myrrh when you walk there and that you should be followed by a troop of handsome boys at whom the citizens could stare, and by choruses of women like those that exhibit themselves every day in our city?"

No, my temperament does not allow me to look wanton, casting my eyes in all directions in order that in your sight I may appear beautiful, not indeed in soul but in face. For, in your judgment, true beauty of soul consists in a wanton life. I, however, was taught by my tutor to look on the ground when I was on my way to school; and as for a theatre, I never saw one until I had more hair on my chin than on my head, and even at that age it was never on my own account and by my own wish, but three or four times, you must know, the governor who was my kinsman and near relative, "doing a favour to Patroclus," ordered me to attend; it was while I was still a private individual. Therefore forgive me. For I hand over to you instead of myself one whom you will more justly detest, I mean that curmudgeon my tutor who even used to harass me by teaching me to walk in one straight path and now he is responsible for my quarrel with you. It was he who wrought in my soul and as it were carved therein what I did not then desire, though he was very zealous in implanting it, as though he were producing some charming characteristic; and boorishness he called dignity, lack of taste he called sobriety, and not yielding to one's desires or achieving happiness by that means he called manliness. I assure you, by Zeus and the Muses, that while I was still a mere boy my tutor would often say to me: "Never let the crowd of your playmates who flock to the theatres lead you into the mistake of craving for such spectacles as these. Have you a passion for horse races? There is one in Homer, very cleverly described. Take the book and study it. Do you hear them talking about dancers in pantomime? Leave them alone! Among the Phaeacians the youths dance in more manly fashion. And for citharode you have Phemius; for singer Demodocus. Moreover there are in Homer many plants more delightful to hear of than those that we can see: 'Even so did I once see the young shoot of a date palm springing up near the altar of Apollo on Delos.' And consider the wooded island of Calypso and the caves of Circe and the garden of Alcinous; be assured that you will never see anything more delightful than these."
And now do you want me to tell you also my tutor's name and the nationality of the man who used to say these things? He was a barbarian, by the gods and goddesses; by birth he was a Scythian, and he had the same name as the man who persuaded Xerxes to invade Greece. Moreover he was a eunuch, a word which, twenty months ago, was constantly heard and revered, though it is now applied as an insult and a term of abuse. He had been brought up under the patronage of my grandfather, in order that he might instruct my mother in the poems of Homer and Hesiod. And since she, after giving birth to me her first and only child, died a few months later, snatched away while she was still a young girl by the motherless maiden from so many misfortunes that were to come, I was handed over to him after my seventh year. From that time he won me over to these views of his, and led me to school by one straight path; and since neither he himself desired to know any other nor allowed me to travel by any other path, it is he who has caused me to be hated by all of you. However, if you agree, let us make a truce with him, you and I, and make an end of our quarrel. For he neither knew that I should visit you nor did he anticipate that, even supposing I was likely to come here, it would be as a ruler, and that too over so great an empire as the gods bestowed on me; though they did not do so, believe me, without using great compulsion both towards him who offered and him who accepted it. For neither of us had the air of being willing; since he who offered that honour or favour or whatever you may please to call it, was unwilling to bestow it, while he who received it was sincere in steadily refusing it. This matter, however, is and shall be as the gods will. But perhaps if my tutor had foreseen this he would have exercised much forethought to the end that I might, as far as possible, seem agreeable in your eyes.

What then, you will ask, is it not possible even now for me to lay aside my character, and to repent of the boorish temper that was bred in me in earlier days? Habit, as the saying goes, is second nature. But to fight with nature is hard; and to shake off the training of thirty years is very difficult, especially when it was carried on with such painful effort, and I am already more than thirty years old. "Well and good," you answer, "but what is the matter with you that you try to hear and decide cases about contracts? For surely your tutor did not teach you this also, since he did not even know whether you would govern." Yes, it was that terrible old man who convinced me that I ought to do so; and you also do well to help me to abuse him, since he is of all men most responsible for my way of life; though he too, you must know, had in his turn been misled by others. Theirs are names that you have often met when they are ridiculed in Comedy -- I mean Plato and Socrates, Aristotle and Theophrastus. This old man in his folly was first convinced by them, and then he got hold of me, since I was young and loved literature, and convinced me that if I would emulate those famous men in all things I should become better, not perhaps than other men -- for it was not with them that I had to compete -- but certainly better than my former self. Accordingly, since I had no choice in the matter, I obeyed him, and now I am no longer able to change my character, though indeed I often wish I could, and I blame myself for not granting to all men impunity for all wrong-doing. But then the words of the Athenian stranger in Plato occur to my mind: "Though he who does no wrong himself is worthy of honor, he who does not allow the wicked to do wrong is worthy of more than twice as much honour. For whereas the former is responsible for one man only, the latter is responsible for many others besides himself, when he reports to the magistrates the wrong-doing of the rest. And he who as far as he can helps the magistrates to punish wrong-doers, himself being the great and powerful man in the city, let him I say be proclaimed as winner of the prize for virtue. And we ought to utter the same eulogy with regard to temperance also, and wisdom and all the other good qualities that such a man possesses, and which are such that he is able not only to have them himself but also to impart them to other men."

These things he taught me when he thought that I should be a private citizen. For he certainly did not foresee that there would be assigned to me by Zeus this lot in life to which the god has now brought me and has set me therein. But I, because I was ashamed to be less virtuous as a ruler than I had been as a private citizen, have unconsciously given you the benefit of my own boorishness, though there was no necessity. And another of Plato's laws has made me take thought for myself and so become hateful in your eyes: I mean the law which says that those who govern, and also the older men, ought to train themselves in respect for others and in self-control, in order that the masses may look to them and so order their own lives aright. Now since I alone, or rather in company with a few others, am now pursuing this course, it has had a very different result and has naturally become a reproach against me. For we here are only seven persons, strangers and newcomers in your city, -- though indeed one of our number is a fellow-citizen of yours, a man dear to Hermes and to me, an excellent craftsman of discourses. And we have business dealings with no man, nor do we go by any road that does not lead to the temples of the gods; and seldom, and then not all of us, do we go to the theatres, since we have adopted the most inglorious line of conduct and the most unpopular aim and end of life. The wise men of Greece will surely allow me to repeat some of the sayings current among you; for I have no better way of illustrating what I mean. We have stationed ourselves in the middle of the road, so highly do we prize the opportunity to collide with you and to be disliked, when we ought rather to try to please and flatter you. "So-and-so has oppressed So-and-so." "Fool! What business is it of yours? When it was in your power to win his good-will by becoming the partner in his wrong-doing, you first let the profit go, and incur hatred besides; and when you do this you think that you are doing right and are wise about your own affairs. You ought to have taken into account that, when men are wronged, not one of them ever blames the magistrates but only the man who has wronged him; but the man who seeks to do wrong and is prevented from it, far from blaming his proposed victim, turns his grievance against the magistrates.

"This when it was in your power by the aid of this careful reasoning to refrain from compelling us to do what is just; when you might have allowed every man to do whatever he pleases and has the power to do, -- for the temper of the city is surely like that, excessively independent -- do you then, I say, fail to understand this and assert that the citizens ought to be wisely governed? Have you not even observed what great independence exists among the citizens, even down to the very asses and camels? The men who hire them out lead even these animals through the porticoes as though they were brides. For the unroofed alleys and the broad highways were certainly not made for the use of pack-asses, but they are provided merely for show and as an extravagance; but in their independence the asses prefer to use the porticoes, and no one keeps them out of any one of these, for fear he should be robbing them of their independence; so independent is our city! And yet you think that even the charming youths in the city ought to keep quiet and, if possible, think whatever you like, but at any rate utter only what is agreeable for you to hear! But it is their independence that makes them hold revels; and this they always do handsomely, but during the festivals they revel more than usual."
Once upon a time the citizens of Tarentum paid to the Romans the penalty for this sort of jesting, seeing that, when drunk at the festival of Dionysus, they insulted the Roman ambassadors. But you are in all respects more fortunate than the citizens of Tarentum, for you give yourselves up to pleasure throughout the whole year, instead of for a few days; and instead of foreign ambassadors you insult your own Sovereign, yes even the very hairs on his chin and the devices engraved on his coins. Well done, O wise citizens, both ye who make such jests and ye who welcome and find profit in the jesters! For it is evident that uttering them gives pleasure to the former, while the latter rejoice to hear jests of this sort. I share your pleasure in this unanimity, and you do well to be a city of one mind in such matters, since it is not at all dignified or an enviable task to restrain and chastise the licentiousness of the young. For if one were to rob human beings of the power to do and say what they please, that would be to take away, and to curtail the first principle of independence. Therefore, since you knew that men ought to be independent in all respects, you acted quite rightly, in the first place when you permitted the women to govern themselves, so that you might profit by their being independent and licentious to excess; secondly, when you entrusted to them the bringing up of the children, for fear that if they had to experience any harsher authority they might later turn out to be slaves; and as they grew up to be boys might be taught first of all to respect their elders, and then under the influence of this bad habit might show too much reverence for the magistrates, and finally might have to be classed not as men but as slaves; and becoming temperate and well-behaved and orderly might be, before they knew it, altogether corrupted. Then what effect have the women on the children? They induce them to reverence the same things as they do by means of pleasure, which is, it seems, the most blessed thing and the most highly honoured, not only by men but by beasts also. It is for this reason, I think, that you are so very happy, because you refuse every form of slavery; first you begin by refusing slavery to the gods, secondly to the laws, and thirdly to me who am the guardian of the laws. And I should indeed be eccentric if, when the gods suffer the city to be so independent and do not chastise her, I should be resentful and angry. For be assured that the gods have shared with me in the disrespect that has been shown to me in your city.

"The 'Chi,'" say the citizens, "never harmed the city in any way, nor did the 'Kappa.'" Now the meaning of this riddle which your wisdom has invented is hard to understand, but I obtained interpreters from your city and I was informed that these are the first letters of names, and that the former is intended to represent Christ, the latter Constantius. Bear with me, then, if I speak frankly. In one thing Constantius did harm you, in that when he had appointed me as Caesar he did not put me to death. Now for the rest may the gods grant to you alone out of all the many citizens of Rome to have experience of the avarice of many a Constantius, or I should say rather, of the avarice of his friends. For the man was my cousin and dear to me; but after he had chosen enmity with me instead of friendship, and then the gods with the utmost benevolence arbitrated our contention with one another, I proved myself a more loyal friend to him than he had expected to find me before I became his enemy. Then why do you think that you are annoying me by your praises of him, when I am really angry with those who slander him? But as for Christ you love him, you say, and adopt him as the guardian of your city instead of Zeus and the god of Daphne and Calliope who revealed your clever intention? Did those citizens of Emesa long for Christ who set fire to the tombs of the Galilaeans? But what citizens of Emesa have I ever annoyed? I have however annoyed many of you, I may almost say all, the Senate, the wealthy citizens, the common people. The latter indeed, since they have chosen atheism, hate me for the most part, or rather all of them hate me because they see that I adhere to the ordinances of the sacred rites which our forefathers observed; the powerful citizens hate me because they are prevented from selling everything at a high price; but all of you hate me on account of the dancers and the theatres. Not because I deprive others of these pleasures, but because I care less for things of that sort than for frogs croaking in a pond. Then is it not natural for me to accuse myself, when I have furnished so many handles for your hatred?

Cato the Roman, however, -- how he wore his beard I do not know, but he deserves to be praised in comparison with anyone of those who pride themselves on their temperance and nobility of soul and on their courage above all, -- he, I say, once visited this populous and luxurious and wealthy city; and when he saw the youths in the suburb drawn up in full array, and with them the magistrates, as though for some military display, he thought your ancestors had made all those preparations in his honour. So he quickly dismounted from his horse and came forward, though at the same time he was vexed with those of his friends who had preceded him for having informed the citizens that Cato was approaching, and so induced them to hasten forth. And while he was in this position, and was slightly embarrassed and blushing, the master of the gymnasium ran to meet him and called out, "Stranger, where is Demetrius?" Now this Demetrius was a freedman of Pompey, who had acquired a very large fortune; and if you want to know the amount of it, -- for I suppose that in all that I am now telling you are most anxious to hear this, -- I will tell you who has related the story. Damophilus of Bithynia has written compositions of this sort, and in them, by culling anecdotes from many books, he has produced tales that give the greatest delight to anyone who loves to listen to gossip, whether he be young or old. For old age usually revives in the elderly that love of gossip which is natural to the young; and this is, I think, the reason why both the old and the young are equally fond of stories.
Well, then, to return to Cato. Do you want me to tell you how he greeted the master of the gymnasium? Do not imagine that I am slandering your city; for the story is not my own. If any rumour has come round, even to your ears, of the man of Chaeronea, who belongs to that worthless class of men who are called by impostors philosophers, -- I myself never attained to that class though in my ignorance I claimed to be a member of it and to have a part in it, -- well he, as I was saying, related that Cato answered not with a word, but only cried aloud like a man stricken with madness and out of his senses, "Alas for this ill-fated city!" and took himself off.

Therefore do not be surprised if I now feel towards you as I do, for I am more uncivilised than he, and more fierce and headstrong in proportion as the Celts are more so than the Romans. He was born in Rome and was nurtured among the Roman citizens till he was on the threshold of old age. But as for me, I had to do with Celts and Germans and the Hercynian forest from the moment that I was reckoned a grown man, and I have by now spent a long time there, like some huntsman who associates with and is entangled among wild beasts. There I met with temperaments that know not how to pay court or flatter, but only how to behave simply and frankly to all men alike. Then after my nurture in childhood, my path as a boy took me through the discourses of Plato and Aristotle, which are not at all suited for the reading of communities who think that on account of their luxury they are the happiest of men. Then I had to work hard myself among the most warlike and high-spirited of all nations, where men have knowledge of Aphrodite, goddess of Wedlock, only for the purpose of marrying and having children, and know Dionysus the Drink-Giver, only for the sake of just so much wine as each can drink at a draught. And in their theatres no licentiousness or insolence exists, nor does any man dance the cordax on their stage.
A story is told of them that not long ago a certain Cappadocian was exiled from here to that place, a man who had been brought up in your city in the house of the goldsmith -- you know of course whom I mean, -- and had learned, as he naturally did learn there, that one ought not to have intercourse with women but to pay attention to youths. And when, after doing and suffering here I know not what, he went to the court of the king in that country, he took with him to remind him of your habits here a number of dancers and other such delights from this city; and then finally since he still needed a cotylist -- you know the word and the thing too -- he invited him also from here, because of his longing and love for the austere mode of life that prevails with you. Now the Celts never made the acquaintance of the cotylist, since he was at once admitted into the palace; but when the dancers began to display their art in the theatre, the Celts left them alone because they thought that they were like men stricken with nympholepsy. And the theatre seemed to the men in that country highly ridiculous, just as it does to me; but whereas the Celts were a few ridiculing many, I here |