Κ Ι Σ Σ Ο Σ

Η ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ & ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ

 

Κατά την αρχαιότητα και κατά την εποχή της ακμής των Μακεδόνων Βασιλέων (5ος και 4ος αιώνας π.Χ.) ο Βασιλιάς Κίσσος έχτισε την ομώνυμη κωμόπολη περίπου στο σημερινό χωριό ενώ στην κορυφή του βουνού και στο σημείο που είναι σήμερα το Ραντάρ τα θερινά του ανάκτορα. Σύμφωνα με τα "Γεωγραφικά"  του Στράβωνος ο Βασιλιάς Κάσσανδρος την πόλη που ίδρυσε το έτος 315 π.Χ. και ονόμασε Θεσσαλονίκη προς τιμή της αδελφής του αποίκησε ή ορθότερο "συνοίκησε" με κατοίκους των γύρω-γύρω 26  πολισμάτων Ανθεμούσας, Θέρμης, Κισσού, Αλιάς, Χαλάστρας, Αινείας κ.λπ. (Στράβωνος Γεωγραφικά Ζ' 21. 65-23 μ.Χ.)  ( Δεν αναφέρεται το όνομα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έτσι παρουσιάζεται η Θεσσαλονίκη ως αδελφή του Κασσάνδρου) !!!

Αυτά τα απίθανα και περίεργα αναγράφονται στο βιβλίο
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΤΙΑΤΗ των:
Α. Β. Αγγελινούδη - Ξανθής Σαββοπούλου - Αλεξ. Μπαικάμη.
Χορτιάτης 1994. Πνευματικό Κέντρο Κοινότητας Χορτιάτη.

Αυτή είναι λοιπόν η αλήθεια; Αυτή είναι πραγματική Ιστορία;
Ας διαβάσουμε τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και ας ταξινομήσουμε
τις σχετικές πληροφορίες για την πανάρχαια πόλη του Κισσού:

Ομήρου Ιλιάς ια' 218-247 αρχαίο κείμενο :

Έσπετε νυν μοι Μούσαι Ολύμπια δώματ' έχουσαι
ος τις δη πρώτος Αγαμέμνονος αντίον ήλθε
η αυτών Τρώων ηέ κλειτών επικούρων.
Ιφιδάμας Αντινορίδης ηύς τε μέγας τε
ος τράφη εν Θρήκη εριβώλακι μητέρι μήλων
Κισσής τον γ' έθρεψε δόμοις ένι τυτθόν εόντα
μητροπάτωρ ος τίκτε Θεανώ καλλιπάρηον.
αυτάρ επεί ρ' ήβης ερικυδέος ίκετο μέτρον,
αυτού μιν κατέρυκε, δίδου δ' ο γε θυγατέρα ην.
γήμας δ' εκ θαλάμοιο μετά κλέος ίκετ' Αχαιών
συν δυοκαίδεκα νηυσί κορωνίσιν, αι οι έποντο.
τας μεν έπειτ' εν Περκώτη λίπε νήας είσας,
αυτάρ ο πεζός εών ες Ίλιον ειληλούθει.
ος ρα τότ' Ατρείδεω Αγαμέμνονος αντίον ήλθεν.
Οι δ' ότε δη σχεδόν ήσαν επ΄ αλλήλοισιν ιόντες,
Ατρείδης μεν άμαρτε, παραί δε οι ετράπετ' έγχος,
Ιφιδάμας δε κατά ζώνην θώρηκος ένερθε
νυξ' επί δ΄ αυτός έρεισε βαρείη χειρί πιθήσας.
ουδ΄ έτορε ζωστήρα παναίολον, αλλά πολύ πριν
αργύρω αντομένη μόλιβος ως ετράπετ' αιχμή.
και το γε χειρί λαβών ευρύ κρείων Αγαμέμνων
ελκ' επί οι μεμαώς ως τε λις, εκ δ' άρα χειρός
σπάσσατο, τον δ' άορι πλήξ' αυχένα, λύσε δε γυία,
ως ο μεν αύθι πεσών κοιμήσατο χάλκεον ύπνον
οικτρός από μνηστής αλόχου, αστοίσιν αρήγων ,
κουριδίης εις ου τι χάριν ίδε, πολλά δ' έδωκε.
πρώθ' εκατόν βους δώκεν, έπειτα δε χίλι' υπέστη
αίγας ομού και ος, τα οι άσπετα ποιμαίνοντο,
δη τότε γ' Ατρείδης Αγαμέμνων εξενάριξε,
βη δε φέρων αν' όμιλον Αχαιών τεύχεα καλά.
....................................

Ομήρου Ιλιάδα. Β' Γυμνασίου - τεύχος Β'

Απόδοση στην νεοελληνική γλώσσα από τους Ν. Καζαντζάκη-Ι. Θ. Κακριδή

Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων. Έκδοση Α' 1982.

Ομήρου Ιλιάδα Λ 218-247

Πέστε μου τώρα, Μούσες, που 'χετε τον Όλυμπο παλάτι,
ποιος ήρθε ομπρός στον Αγαμέμνονα και στάθη απ' όλους πρώτος
για από τους Τρώες για από τους σύμμαχους τους κοσμοξακουσμένους;
Ο γιος ο αρχοντικός, ο λιόγεννος, του Αντήνορα Ιφιδάμας,
αναθρεμμένος  στην πολύκαρπη, την αρνομάνα Θράκη
τον είχεν ο Κισσέας στο σπίτι του, παππούς από μητέρα,
της Θεανώς της ροδομάγουλης ο κύρης, αναστήσει,
μικρός σαν ήταν, μα σαν άνθισεν η φουμιστή του νιότη,
εκεί τον κράτησε και του 'δωκε την κόρη του γυναίκα,
κι αφήκε τον παστό τους, νιόγαμπρος, γρικώντας πως εφτάσαν
οι Δαναοί, και δώδεκα άρμενα ξοπίσω του ακλουθούσαν.
Όμως τα πλοία τα καλοζύγιαστα τ' αφήκε στην Περκώτη,
κι αυτός στεριάς επήγε κι έφτασε στης Τροίας το κάστρο μέσα.
Τούτος λοιπόν στον Αγαμέμνονα στάθηκε αντίκρα τότε,
κι όπως τρεχάτοι κοντοζύγωσαν χιμώντας ο ένας του άλλου,
ο Ατρείδης το κοντάρι πέταξε λοξά και δεν τον βρήκε,
μ' αυτόν τον χτύπησε ο Ιφιδάμαντας στο θώρακα από κάτω,
στη ζώνη, κι έβαλε και δύναμη με το βαρύ του χέρι.
Μα το ζωνάρι τ'  ολοπλούμιστο δεν τρύπησε πιο πρώτα
Βρήκε ο χαλός τ' ασημοστόλιδα και στράβωσε ως μολύβι.
Κι ο πρωταφέντης Αγαμέμνονας αρπάζει το κοντάρι,
Και σέρνοντάς τον του το τράβηξε μανιάζοντας σα λιόντας,
μετά με μια σπαθιά στο σβέρκο του του παραλυεί τα γόνα.
Σε μολυβένιον ύπνο, πέφτοντας, βυθίστηκεν ο δόλιος,
τους ειδικούς του ως εδιαφέντευε κι αλάργα απ' την καλή του,
που δεν τη χάρηκε, κι ας έδωκε πολλά για να την πάρει,
εκατό βόδια της πρωτόδωκε κι έταξε χίλια ακόμα,
κι αρνιά και γίδια, από τα αρίφνητα που του 'βοσκαν κοπάδια.
Μα τότε ο Ατρείδης Αγαμέμνονας τον έγδυσε, και πίσω
Γυρνούσε στους Αργίτες τα όμορφα κρατώντας άρματά του.
...........................................

Ομήρου Ιλιάδα
Απόδοση στην Νεοελληνική: Ιάκωβου Πολυλά

Εκδότης Ι. Γ. Βασιλείου Αθήναι

Λ 221 - 229

Ο Αντινορίδης καλοειδής και μέγας Ιφιδάμας,
αυτόν ΄ς την Θράκην κάρπιμην μητέρα των προβάτων
μικρόν ακόμη ανέθρεψεν ο πάππος του Κισσέας
που της ευμορφοπρόσωπης Θεανούς ήταν πατέρας,
και οτ'  έφθασε της ζηλευτής νεότητος 'ς το άνθος,
του έδωκε την κόρην του σιμά του να τον έχη,
και απ' τον νυμφώνα, ως άκουσε των Αχαιών τη φήμην,
ξεκίνησε με δώδεκα κυρτόπρωρα καράβια,
κι έπειτα οπίσω τ' άφησε 'ς την πόλιν της Περκώτης
........................................

Ομήρου Ιλιάς
΄Έκδοσις της εφημερίδος '' Ελεύθερος Άνθρωπος ''
Απόδοση στην νεοελληνική γλώσσα Κώστας Αθάνατος
Λ 221 - 230

Ο γυιός του Αντήνορος, ο τρανός, ο τρανός και λεβέντης
Ιφιδάμας, που ανετράφη στην εύφορο Θράκη, την
μάνα των προβάτων. Όταν ήταν μικρός τον ανέ-
θρεψε ο Κισσής, ο πατέρας της μητέρας του, που
εγέννησε την καλλιπάρειο Θεανώ. Έπειτα όταν έ-
φθασε στην ακμή της δοξασμένης λεβεντιάς του, τον
εκράτησε εκεί πέρα και του έδωσε την θυγατέρα
του. Αμέσως όμως μετά τον γάμο του  αφήκε τον
νυμφικό θάλαμο κι ήρθε εκεί όπου άκουγε πως ή-
σαν οι Αχαιοί με δώδεκα κυρτόπρυμνα πλοία. Αυτά
τα ισόρροπα πλοία τ' άφησε έπειτα στην Περκώτη κι
επήγε πεζός στο Ίλιον
..........................

Στο 5τομο έργο του Θανάση Γεωργιάδη ΜΥΘΟΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
στον τόμο ΜΥΘΟΙ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΩΝ εκδόσεων Αίγειρος διαβάζουμε:

Στον Τρωικό πόλεμο, οι Παίονες, πρωτεύουσα των οποίων ήταν η Αμυδώνα,
χτισμένη στις όχθες του Αξιού, το σημερινό Αξιοχώρι, συμμετείχαν ως σύμμαχοι των Τρώων με αρχηγό τους τον Πυραίχμη. Μαζί του πολεμούσε ακόμη ο Αστεροπαίος, ο γιος του Πηλεγόνα, ο οποίος ήταν παιδί του ποτάμιου Θεού Αξιού και της Νύμφης Περίβοιας. Κι οι δυο, ωστόσο, σκοτώθηκαν΄ ο Πυραίχμης από τον Πάτροκλο και ο Αστεροπαίος από τον Αχιλλέα.
Την ίδια περίοδο, στην πόλη Κισσό, που βρισκόταν στο Κίσσιον όρος, στο σημερινό Χορτιάτη, βασίλευε ο Κισσής ή Κισσέας, η θυγατέρα του οποίου, η Θεανώ, ήταν σύζυγος του Αντήνορα, του προύχοντα των Τρώων, και Ιέρεια της Αθηνάς. Ο Κισσής, επειδή δεν είχε γιους, πήρε από την θυγατέρα του το μικρότερο γιο της, τον Ιφιδάμα. Τον μεγάλωσε και τον πάντρεψε με μια νεότερη κόρη του, λογαριάζοντας να του αφήσει το βασίλειό του. Εκείνος, όμως, νιόγαμος, έφυγε για την Τροία, να πολεμήσει τους Αχαιούς και μόλις έφτασε στην Περκώτη, ένα λιμάνι κοντά στην Τροία, παράτησε εκεί τα δώδεκα πλοία του και ρίχτηκε βιαστικός στη μάχη, αλλά λίγο αργότερα τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας.
Ο Κισσής σχετίζεται με τον Κάρανο, μυθικό βασιλιά των Μακεδόνων, με τον οποίο πολέμησε και ηττήθηκε. Ο Κάρανος τότε έστησε τρόπαιο, αλλά ένα ορεινό λιοντάρι κατέβηκε στη συνέχεια και το ανέτρεψε.
Από τότε οι Μακεδόνες δεν έστηναν τρόπαια, όταν νικούσαν.
Σε ότι αφορά το τέλος του Τρωικού πολέμου, ο Στράβωνας σημειώνει διάφορες μετακινήσεις Ελλήνων και Τρώων, που γίνονται στη Μακεδονία.
Έτσι, ο Αινείας μαζί με στρατιωτικές δυνάμεις και άλλους φεύγει από την Τροία, συνοδευόμενος από τον πατέρα του, τον Αγχίση και το γιο του, τον Ασκάνιο. Εγκαθίσταται ύστερα γύρω από τη Μακεδονική πλευρά του Ολύμπου.
Κατ΄ άλλους, η εγκατάστασή του γίνεται στο Ραίκηλο, που ονομάζεται απ΄ αυτόν Αίνεια. Άλλη παράδοση θέλει τον Αινεία αιχμάλωτο, μαζί με την Ανδρομάχη, από τον Νεοπτόλεμο που τους μεταφέρει στην πατρίδα του Αχιλλέα, ειδικότερα στη Φάρσαλο. Όταν, αργότερα, δολοφονείται ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς, ελεύθερος πλέον ο Αινείας κατοικεί κοντά στο Κίσσιο όρος, στο Ραίκηλο ή Ραίκαλο.
Κι ο Αντήνορας, όμως ο προύχοντας των Τρώων γλίτωσε τότε από τη σφαγή. Οι Έλληνες του είχαν πει να κρεμάσει μπροστά από  το σπίτι του δέρμα λεοπάρδαλης, για να ξεχωρίζει και δεν πείραξαν ούτε αυτόν ούτε τους δικούς του. Στη συνέχεια, μαζί με την Θεανώ, τη γυναίκα του, τους ανθρώπους του και τους Ενετούς Παφλαγόνες, ο αρχηγός των οποίων, ο Πυλαιμένης, είχε σκοτωθεί, μέσω Θράκης και Μακεδονίας, έρχεται στο μυχό της Αδριατικής και εγκαθίσταται εκεί, στο χώρο που αργότερα ονομάστηκε Ενετική (Βενετία).

Στον ίδιο τόμο στο παράρτημα Πρόσωπα και Τοπωνύμια βρίσκουμε περιληπτικά και βιογραφικά  τα εξής στοιχεία:

Θεανώ: Κόρη του Κισσή ή Κισσέα βασιλιά της πόλης Κισσού, γυναίκα του Αντήνορα και Ιέρεια της Αθηνάς στην Τροία.

Ιφιδάμας: Γιος του Αντήνορα και της Θεανώς. Τον σκότωσε ο Αγαμέμνονας, μόλις έφτασε στην Τροία από τον Κισσό, την πόλη του Κισσή, του παππού του.

Κισσής ή Κισσέας ή Κισσεύς: Θράκας βασιλιάς της πόλης Κισσού, σύζυγος της Τηλέκλειας, πατέρας της Θεανώς.

 

Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια Νόμπελ γ΄ έκδοσις 1976
εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη:

Εκάβη: Η δευτέρα σύζυγος του βασιλέως της Τροίας Πριάμου, αποκτήσασα εξ αυτού πλείστους υιούς, ων ο Πάρις, ο υπαίτιος του Τρωικού πολέμου. Μετά την άλωσιν της Τροίας, πεσούσα εις χείρας των Ελλήνων και την δολοφονία του υιού της Πολυδώρου, υπό του βασιλέως  των Θρακών Πολυμήστορος, θελήσαντος να νοσφισθή τα χρήματα του παιδιού, εξεδικήθη τούτον σκληρώς, είτα δε μεταμορφώθη υπό των Θεών εις κύνα.

 

Κισ(σ)εύς: Βασιλεύς της Θράκης, πατήρ της Εκάβης.

Κισσός: Αρχαιοτάτη πόλις της Χαλκιδικής επί του ομωνύμου όρους, του σημερινού Χορτιάτου. Κατεστράφη υπό του Κασσάνδρου δια να συνοικίσει τη Θεσσαλονίκη.

Στο Βυζαντινό λεξικό Σούδα αναγράφεται η εξής σημαντική πληροφορία:

Κισσηίς: Η του Κισσέως θυγάτηρ.
(Προφανώς ίσως να  πρόκειται για την μικρότερη κόρη του Κισσέα, που είχε παντρέψει με τον εγγονό του τον Ιφιδάμαντα).

 

Στο περιοδικό Μακεδονική Ζωή τεύχος 164 Ιανουάριος 1980, υπάρχει ένα άρθρο του Λαογράφου Σπύρου Ζεχερλή με τίτλο Μυθικοί βασιλείς της Θράκης όπου και διαβάζουμε:
Πρώτος βασιλιάς της Θράκης αναφέρεται ο γνωστός σ΄ όλους μας Διομήδης κι ακολουθεί ο Κισσέας, πατέρας της Εκάβης, η οποία ήταν σύζυγος του βασιλιά της Τροίας Πριάμου. Άλλη κόρη του Κισσέα ήταν η Θεανώ, ιέρεια της Αθηνάς στην Τροία.
Σαν αρχαιότατος βασιλιάς της Θράκης αναφέρεται ο Οίαγρος, πατέρας του Ορφέα και της Μούσης Καλλιόπης..

Ο Γερμανός νεαρός ιστορικός Otto Abel  (1824-1854) δια της διδακτορικής του διατριβής αρχικά (Πανεπιστήμιο Τυβίγγης, 1845) και κατόπιν συμπληρωματικά έγραψε το θαυμάσιο έργο του Makedonien vor Koning Philipp (Λειψία 1847) (Η μέχρι του Φιλίππου αρχαία ιστορία της Μακεδονίας) εξεδόθη το 1860 στην Λειψία στα Ελληνικά σε μετάφραση του διαπρεπή εκπαιδευτικού και συγγραφέα Μαργαρίτη Δήμιτσα 1829-1903. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι ακριβής ανατύπωση από την έκδοση της Λειψίας του έτους 1860 εκδόσεις Βασιλείου Ρηγοπούλου Θεσσαλονίκη 1994.

Προς τιμήν του βασιλέως Αρχελάου εποίησεν ο Ευριπίδης τον Αρχέλαον αυτού, εν ω ανέγραψε τους υπάρχοντας λόγους περί τούτου του ονόματος, όπερ επεθύμει να ευρίσκηται εν αρχαίοις μύθοις, και, ως οίκοθεν εννοείται,  μετά ποιητικής ελευθερίας επραγματεύθη προς τον σκοπόν αυτού. Εκτός ασήμων αποσπασμάτων (Στα διασωθέντα αποσπάσματα του Αρχέλαου απόσπασμα 3. εκδ. Ματθ. όπου εύρηται ο βασιλεύς Κισσεύς). δεν διετηρήθη ημίν τίποτε εκ του δράματος τούτου. Παρ΄ Υγίνω όμως (μυθ. 219) ευρίσκεται συνεχής του λόγου διάταξις αναφερομένη τω Ευριπίδη. Αρχέλαος ο του Τημένου υιός, διωχθείς υπό των αδερφών αυτού, αφικνείται εις την Μακεδονίαν προς τον βασιλέα Κισσέα, όστις ευρισκόμενος εν αγώνι προς τους γείτονας, υπόσχεται αυτώ την θυγατέρα και το βασίλειον, εάν σώση αυτόν από των εχθρών. Και ο μεν Αρχέλαος ενίκησεν αυτούς, ο δε βασιλεύς,   αθετήσας την υπόσχεσιν, διορίζει επίβουλον της ζωής του. ο Τημενίδης μαθών τούτο παρά τινος σκλάβου, ρίπτει τον επίβουλον βασιλέα εις τον ίδιον λάκκον και φεύγει κατά παραγγελίαν του Απόλλωνος υπό την οδηγίαν αιγός τινος εις την Μακεδονίαν, (Διων. Χρυσοστ. Λογ. 4. σ. 79. όπου ο Διογένης λέγει προς τον Αλέξανδρον: ή ουκ αιπόλος ην ο Αρχέλαος, ουδέ ήλθεν εις Μακεδονίαν αίγας ελαύνων;) όπου έκτισεν την πόλιν Αιγήν (Αιγάς). Και ο Κισσεύς ούτος έρχεται σε σύνδεσμον μετά του Καράνου, οι δυο βασιλείς γειτνιάζουσι και βασιλεύουσιν εν τοις πέριξ του Ολύμπου, και εν τω μεταξύ αυτών εκραγέντι πολέμω μένει νικητής ο Κάρανος. (Παυσ. 9. 40. 4.).

Ο Ησίοδος αναφέρει: ...ώκουν περί την Πιερίαν και τον Όλυμπον ο τε Μάγνης και Μακεδών, κατά τον μεταξύ του Καράνου και του Κισσέως αγώνα
κατέρχονται λέοντες εκ του Ολύμπου.

...εναργώς δε και υπό του Υγίνου εκτιθεμένην ύλην, προσέτι ο αρχαίος λόγος περέσχεν ημίν απολεσθέν κέντρον επικουρίας δια του νικηθέντος βασιλέως Κισσέως, όστις ως οι Εορδαίοι, έπρεπε να αποδώση την επικουρίαν κατά την ασήμαντον αποβάσαν νίκην του Καράνου ή Αρχελάου, ει ο Θραξ Κισσής παρ΄ Ομήρω ( Ιλιάδα ιά, 223), ον ο Στράβων ζητεί να εικάση
( αποσπ. 21. 24. ) ως βασιλέα της πόλεως Κισσού εν Κρουσίδι, ή Κίσσιος ο αναφερόμενος ( Θεόπομπ.  Παρά Συγκελλ. πρ. χωρ. )και Διοδ. Αποσπ. 50. 7.
Ο  αυτός τούτω είναι και ο Κείσος παρά Θεοφιλ. εις Αυτολ. 2. 7. και Παυς. 2. 12, 6. 19, 4. ) εν τη γενεαλογία του Καράνου ως υιός του Τημένου, ίσταται εν τινι συναφεία προς τον ημέτερον Κισσέα, και εν τινι; τούτο αφήνω εγώ ανεξέταστον.

Ταύτα πάντα εισίν, όσα παρεδόθησαν ημίν περί της παναρχαίας ιστορίας της Μακεδονίας.

Επαναλαμβάνω ότι τα παραπάνω κατατοπιστικά αποσπάσματα είναι από το θαυμάσιο έργο του Otto Abel:  Η μέχρι του Φιλίππου αρχαία ιστορία της Μακεδονίας.

Τελειώνουμε αυτή την έρευνα με στοιχεία από τον  τόμο: Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη 10 Α, 1996 που εκδόθηκε το 1997 στη Θεσσαλονίκη με δαπάνες του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης <<Θεσσαλονίκη ΄97>> και εκδότες τους εξής επίσημους φορείς:
Υπουργείο Πολιτισμού
Υπουργείο Μακεδονίας και Θράκης

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Στο κεφάλαιο του Κώστα ΣΟΥΕΡΕΦ, Τούμπα Θεσσαλονίκης 1985 - 1996. Το ανασκαφικό έργο στην τράπεζα και το νεκροταφείο, διαβάζουμε:

. Η μορφολογία του ευρύτερου χώρου εμφανίζεται κυματοειδής. Πολλά ρέματα και υψομετρικές εναλλαγές σχηματίζονται από τη λιθολογική δομή
και το ανοδικό ανάγλυφο από τη θάλασσα μέχρι τις κορυφογραμμές των ψηλότερων λόφων που καταλήγουν βορειοδυτικά στο όρος Χορτιάτη, τον αρχαίο Κισσό. Το τοπωνύμιο Κισσός για το όρος Χορτιάτης οφείλεται μάλλον στον Κισσέα, Ιλιάδα Ζ΄ 297 - 299, Λ΄ 221 - 224 και Ευριπίδη, Εκάβη 3, Λυκόφρων, Αλεξ. 1326. Πρβ. N. G. Hamond, Ιστορία της Μακεδονίας, τ. Α΄ ( μετάφρ. Μ. Χαλκιόπουλου κ. ά. ) ( 1995 ) 211 - 212, 317 του ίδιου και G. T. Grifiith, Ιστορία της Μακεδονίας, τ. Β΄( μετάφρ. Α. Κοσματόπουλος κ. ά. )
(1995) 18 - 19.

Και σεις βγαίνετε ακόμη
απ΄ τη γη των νεκρών
ρόδα, που φέρνετε τούτη
την ένοχη ευτυχία.

Rainer Maria Rilke,
μετάφραση Άρη Δικταίου..

 

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ
11-5-2004

Copyright κειμένου & σχεδίου: ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ