











Η
ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΤΕΟΚΛΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΥΝΕΙΚΗ
Δες
εκεί πέρα ! Ποιοι να ν ΄ναι τάχα αυτοί οι Έλληνες άνδρες που καλπάζουν
προς τα δω καβάλα στ' ατίθασα άλογά τους ! Να, φτάσανε κιόλας ! Τώρα
περνούν κάτω από τη μεγαλόπρεπη πύλη της πόλης των παντοδύναμων γιων
του Κάδμου. Από πίσω τους ακολουθούν με βήμα σταθερό οι πεζοί πολεμιστές
με τις ακτινοβόλες τους ασπίδες και τ' αστραφτερά τους ακόντια. Σταματούν
και κυκλώνουν τα τείχη της πόλης.
Μα να, κι άλλα στρατεύματα, αμέτρητοι πολεμιστές συρρέουν από παντού
και κυκλώνουν την πόλη του γιου του Αγήνορα. Οι αρχηγοί των Δαναών και
οι πολεμιστές του Άργους φέρνουν τον πόλεμο στην πόλη των Θηβών.
Ο Τυδαίος Καπαναίος, ο Παρθενόπουλος, ο βασιλιάς Αμφιάραος, ο παντοδύναμος
Ιππομέδων, ο Άδραστος κι ο Πολυνείκης, όλοι των λαών οι ξακουστοί βασιλιάδες
παρελαύνουν ο ένας μετά τον άλλο πάνω σε λαμπερά τροχήλατα άρματα που
άτια περήφανα τα σέρνουν.
Και κει στο ξέφωτο , κάτω απ' τον ήλιο άστραφταν οι πανοπλίες και αστραφτοκοπούσαν
οι στρογγυλές ασπίδες, οι ατσαλένιες λόγχες και τ' ασημένια σπαθιά.
Κι όπως ο βοσκός κουλουριάζει ξαφνικά το πρόβατο πνίγοντάς το μέσα στην
αγκαλιά του, έτσι κι οι Δαναοί την πόλη των Θηβών περικύκλωσαν. Τότε,
όταν όλος ο στρατός έξω από την πύλη παρατάχθηκε, άλλοι άντρες φτάσανε
ξαφνικά ντυμένοι με αστραφτερές μπρούτζινες πανοπλίες και περικεφαλαίες
και με ασπίδες στο χέρι τους μπροστά κρατώντας. Ανάμεσά τους ο αήττητος
γιος του Οιδίποδα, ο Ετεοκλής. Και μόλις οι αρχηγοί των Βοιωτών και
οι πολεμιστές του Άργους συναντήθηκαν, βρόντηξαν οι ασπίδες τους, άστραψαν
τα δόρατά τους και βόγκηξαν τα σιδερένια στήθια τους. Καταστροφή και
θάνατο μύριζε ο αγέρας, καθώς οι άνθρωποι σκοτώνονταν μεταξύ τους, και
από τα αίματα κοκκίνισε το ξακουστό ποτάμι κι ο Ίσμηνος πορφύρωσε.
Και καθώς του Αγήνορα ο γιος πολεμούσε, τον ατρόμητο Πολυνείκη καταριόταν
και τη Θεά Αθηνά παρακαλούσε :
" Θεά μου, κόρη του παντοδύναμου του Δία, συ που στ' Αχιλλέα τη
γενιά ανήκεις, άκουσε αυτά που θα σου πω. Αν σε σένα εγώ θυσίασα μοσχάρια
σιτευτά και γίδες καλοθρεμμένες, άκουσε την παράκλησή μου. Δος μου τη
δύναμη τ' ανίκητο σπαθί μου να καρφώσω στα στήθια αυτού του άνδρα. Γιατί
τι κι αν είναι της γενιάς του Οιδίποδα απόγονος, τι κι αν είναι ο αδερφός
μου, ο πολυαγαπημένος μου Πολυνείκης, πρέπει να τον σκοτώσω, αφού με
τους διψασμένους για θάνατο άρχοντες και αρχηγούς του Άργους τον πόλεμο
μας φέρνει, την πατρική του γη να καταστρέψει ".
Αυτά είπε στην Αθηνά ο Ετεοκλής και απευθυνόμενος στον αδελφό του φώναξε
:
" Γιε του Οιδίποδα, περήφανε Πολυνείκη, ειν' η καρδιά μου που χτυπώντας
μες στα στήθια μου με σένα με καλεί να πολεμήσω, που είσαι απ' όλους
αυτούς ο γενναιότερος. Έλα, πλησίασε και όρμησε εναντίον μου, να παλέψεις
με το γενναίο αδερφό σου Ετεοκλή ".
Έτσι μίλησε ο Ετεοκλής στον αδερφό του κι αυτός με τη σειρά του προσευχήθηκε
στη Θεά Ήρα :
" Άκουσε τα παρακάλια μου, Ήρα, αδελφή και συντρόφισσα του Δία,
γιατί κι εγώ στη δική σου τη γενιά ανήκω, αφού την Αργήτισσα και κόρη
του Άδραστου παντρεύτηκα, που ο πατέρας της όλο το Άργος εξουσιάζει,
δώσε μου τη δύναμη να σκοτώσω τον Ετεοκλή, γιατί δεν κράτησε τους όρκους
φιλίας και συμμαχίας που έδωσε στη Θήβα ".
Ο Ετεοκλής, ο πανίσχυρος βασιλιάς των ανθρώπων, προσχώρησε με σίγουρο
και σταθερό βήμα στο πεδίο της μάχης, δίνοντας διαταγή στους άντρες
του να μείνουν πίσω. Κι όταν έφτασε στη μέση, ανάμεσα στα δύο εχθρικά
στρατεύματα, μίλησε με βροντερή φωνή, απευθυνόμενος σε όλους :
" Ακούστε με, Δαναοί, κι εσείς γενναίοι Αχαιοί, γιατί όσα θα σας
πω δεν σας τα λέω εγώ, αλλά η καρδιά μου. Ο λαός του Άργους και της
Βοιωτίας αποδεκατίζεται σε μια σκληρή κι απάνθρωπη μάχη. Μα όσο κι αν
πολεμάμε, κανείς δεν μπορεί να νικήσει τον άλλο. Η μοίρα μου το ΄θελε
να χτυπηθώ με τον αδερφό μου. Αυτά είχα να σας πω και μάρτυς μου ο Δίας.
Γιατί αν νικηθώ απ΄ το βαρύ σπαθί του αδερφού μου, τότε ας είναι αυτός
που θα κυβερνήσει τους Κάδμιους, βασιλιάς ανάμεσα στους άλλους βασιλιάδες.
Αν όμως η Αθηνά μου χαρίσει την ασπίδα της και τύχει και νικήσω εγώ,
τότε δική μου θα είναι η δόξα και το βασίλειο του πατέρα μου κι εσείς
Αργίτες μπορείτε στα σπίτια σας ελεύθεροι να πάτε ".
Αυτά είπε ο Ετεοκλής και, μόλις τελείωσε, τον επευφήμησαν και τα δυο
στρατόπεδα. Έπειτα οι καβαλάρηδες των δυο εχθρικών στρατευμάτων ξεπέζεψαν
και τραβήχτηκαν παρατεταγμένοι σε μια γραμμή. Στη συνέχεια οι πεζοί
έβγαλαν τους θώρακες που φορούσαν και μαζί με τα όπλα τους τα απόθεσαν
όλα στο έδαφος. Έτσι που ήταν όλα αφημένα το ένα πλάι στ' άλλο τ' άρματα,
δεν υπήρχε ούτε μια σπιθαμή ελεύθερος χώρος.
Τότε ο Ετεοκλής, χουφτιάζοντας το μακρύ ανίκητο δόρυ του, το εκσφενδόνισε
ενάντια στον Πολυνείκη. Βλέποντας όμως ο άξιος γιος του Αγήνορα το δόρυ
να 'ρχεται κατά πάνω του, κινήθηκε με Θεϊκή ταχύτητα και το μπρούτζινο
δόρυ πέρασε ξυστά από δίπλα του.
Σαν αστραπή τότε ο ενάρετος Πολυνείκης τράβηξε το ξίφος με τη χρυσαφένια
λαβή και όρμησε ενάντια στον αντίπαλό του. Κι αρπάχτηκαν σαν άγρια θηρία
τ' αδέλφια και παιδιά απ' το ίδιο αίμα.
Για μια στιγμή ο Ετεοκλής έπεσε κάτω κι η χρυσαφένια του ζώνη σύρθηκε
στο χώμα. Κι έτσι όπως ήταν καταγής, με πίστη στο δυνατό του χέρι τον
Πολυνείκη χτύπησε με δύναμη. Και τότε μαύρο το αίμα ανάβλυσε κι έτρεξε
απ' την πληγή. Την ίδια όμως εκείνη στιγμή το ανίκητο σπαθί του βασιλιά
των λαών Πολυνείκη, περνώντας την πανοπλία, βυθίστηκε βαθιά στα στήθια
του Ετεοκλή.
Κι οι δυο πολεμιστές, κι οι δυο αδέρφια, καταγής σωριάστηκαν με θολωμένα
μάτια.
Εκεί ξαπλώσανε κι οι δυο,
Ο αδερφός που έσφαξε τον αδερφό με το μακρύλογχο σπαθί.
Έτσι ξεκληρίστηκε το αριστοκρατικό γένος του Οιδίποδα.
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΕΝΓΚΕΛΣ














Ο συγγραφέας Φρειδερίκος Έγκελς :
Γερμανός φιλόσοφος και πολιτικός ( 1820 - 1895 ).
Στο Μάντσεστερ της Αγγλίας όπου έζησε από το 1842, γνώρισε την καταπίεση
που υφίσταντο οι εργάτες και ανέλαβε ενεργό δράση στο εργατικό κίνημα,
επιδιώκοντας βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας. Συνέταξε
επιστημονικές εργασίες γύρω από τη θεωρία του Σοσιαλισμού. Μαζί με τον
Κάρολο Μαρξ συνέγραψαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ( 1848 ), όπου διατύπωσαν
τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού.
Απολλώνιος.












The Single Combat of Eteocles and Polynices
---------------------------
Written: September 1837
First published: Marx/Engels, Gesamtausgabe, Abt. 1, Bd. 2, 1930.
---------------------------
Why do the companies of the Greeks and their swift horses march through the great city of the mighty sons of Cadmus? And why throughout the plain do men with white shields move in polished arms around the long walls?
There comes against the city of the stout son of Agenor an army of Argive men for a mighty prize, there come the leaders of the Danaans, bringing war to Thebes, Tydeus, Capaneus and Parthenopaeus, King Amphiaraus, the godlike might of Hippomedon, King Adrastus, and Polynices, king of men; all march together with horse and car.
There glitter in the field iron lances and bossy shields and silver-studded swords. just as when a serpent suddenly coils round a sheep and envelops it, enclosing all its limbs, so did the Danaans surround the scat of Thebe.
But when all the ranks had taken up their position, spear in hand, men came out from the city, helmeted in flashing bronze, and among them was Eteocles, the stout son of Oedipus and a bold warrior. And when the leaders of the Bocotians and the soldiers of the Argives met together, they clashed together their shields, their spears and the might of bronze-breast plated men: and there arose a dreadful din. Bloody flowed the stream of famous Dirce, bloody the Ismenus, as man threw down man.
And in the forefront raged Eteocles with his bronze spear; and many were the warriors who fell to the ground, vanquished by his keen shaft. And the son of Agenor, descrying mighty Polynices
striding among the Argives, prayed to Athena: "Pallas, daughter of aegis-bearing Zeus, Atrytone, hear me. If ever I have burned for you fat thighs of oxen and of goats, grant me this prayer. Let me sink my long-shadowing spear in the breast of that man, of the race of famed Oedipus who, though he is my brother, goodly Polynices, yet has come from thirsty Argos with the rulers of the Argives to devastate his native land."
So he spoke, and then addressed winged words to his brother: "Son of Oedipus, Polynices of the loud voice, it is with thee that my heart within my breast bids me fight: come hither as champion of all against the godlike Eteocles."
So he spoke; and his brother prayed to the lady Hera: "Hear me, Hera, sister and spouse of Zeus, for thine I now am, since I have wedded an Argive woman, the daughter of Adrastus, who rules over the Argives, grant me now to slay with my spear stout Eteocles, because he did not respect his oath of loyalty in Thebes." So he spoke, and then Eteocles, king of men, came over into the mid field, held back the ranks in the field. And to both sides he spoke such words: "Listen to me, Danaans and well-greaved Achaeans, that I may tell you what my spirit within my breast bids me. The Argives and the peoples of Boeotia are dying in hard-fought strife. And the business is not accomplished. My spirit bids me fight with my brother. This I declare and may Zeus be my witness. If he overcomes me with his long-bladed bronze, so let him rule over the Cadmeians among the people. But if I overcome him, and Athena gives me her spear, mine will be the dignity and the kingdom of my father, and you Argives may go back again to your home."
So he spoke. And Achaeans and Boeotians rejoiced, and they drew up their horses in ranks, and dismounted themselves, and took off their suits of armour and laid them on the ground near one another, and there was little space round about.
Now Eteocles hurls his long-shadowing spear, and the lordly son of Agenor, seeing it approaching, avoided black Death, and the bronze spear flew over him.
And the godlike Polynices, swiftly drawing his gold-studded sword, rushed upon his adversary, and they clashed together like two savage lions, brothers and siblings of one blood. And as he hastened, by his golden belt... darkness. And he pressed upon him, relying on his heavy hand. At once black blood began to flow from the wound. And at the same time the keen sword of Polynices, king of men, drove through breastplate and breast of Eteocles. And they both fell to the ground, and darkness covered their eyes. They lay there, brother having slain brother with long-bladed bronze. So perished the race of noble Oedipus.











